Money Talks1Συχνά θεωρούμε συνώνυμο/ταυτόσημο τον όρο «γεγονός» με τον όρο «αλήθεια», παρόλο που τα τελευταία χρόνια ολοένα και αυξάνονται οι διάφορες αναφορές στην κουλτούρα της «μεταμοντέρνας αλήθειας». Η διάκριση αυτών των δύο εννοιών είναι κρίσιμη. Το «γεγονός» μπορεί να γίνει κατανοητό ως κάτι που συμβαίνει ή δεν συμβαίνει. Το «γεγονός» αναφέρεται σε κάτι αντικειμενικό. Π.χ κάποιος είτε πεθαίνει είτε δεν πεθαίνει, τα mails χακάρονται ή δεν χακάρονται, τα παγόβουνα συρρικνώνονται ή παραμένουν σταθερά, η αντλία πετρελαίου βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια ή σε άλλη περιοχή του κόσμου. Τα γεγονότα υπάρχουν ανεξάρτητα από την ερμηνεία που τους προσδίδουμε. Ωστόσο ότι είναι «γεγονός» δεν είναι συνάμα και «αλήθεια».

Οι αλήθειες, αναφέρονται σε υποκειμενικές κατανοήσεις που προκύπτουν μέσω μιας αντιθετικής/συγκρουσιακής/ανταγωνιστικής διαδικασίας. Για παράδειγμα αυτοί που επικράτησαν σε παιχνίδια δύναμης γύρω από τον ορισμό της «αλήθειας» στην ιστορία της Δύσης, υπήρξαν κατά βάση προνομιούχοι λευκοί άντρες. Οι κυρίαρχοι αυτών των παιχνιδιών δύναμης τοποθετήθηκαν σε θέσεις αυξημένων κοινωνικών προνομίων. Φιλόσοφοι, θρησκευτικοί ηγέτες, πολιτικοί, ακαδημαικοί και κοινωνικοί επιστήμονες, όλοι συμμετείχαν στην πάλη προβάλλοντας πολλούς και διαφορετικούς ισχυρισμούς σχετικά με την «φυση» των πραγμάτων ή την σύνθεση της πραγματικότητας. Κάθε σύστημα σκέψης προτάσσει μια διαφορετική μέθοδο για να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στη προνομιούχα γνώση που έχει να προσφέρει σχετικά με την υποτιθέμενη αλήθεια. Οι φιλόσοφοι αναφέρονται στις ικανότητες της λογικής. Οι θρησκευτικοί ηγέτες κάνουν λόγο για εκ των έσω γνώσεις σχετικά με τις προθέσεις του Θεού. Οι πολιτικοί αντιτείνουν ότι εκπροσωπούν την εντολή του λαού, οι ακαδημαϊκοί προβάλλουν την συλλογική τους σοφία, και οι κοινωνικοί επιστήμονες τις ερευνητικές τους μεθοδολογίες. Σε όλες τις περιπτώσεις, αυτές οι παραδόσεις σκέψης μοιράζονται μια κοινή υπόθεση, ότι η αναζήτηση της αλήθειας είναι δυνατή και απαραίτητη.

 Τα παιχνίδια γύρω από την αλήθεια είναι τεχνάσματα που υποκρύπτουν τις λειτουργίες της δύναμης (εξουσίας). Αναλογιστείτε για παράδειγμα, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί «αλήθειας» με ποιον τρόπο μπορεί να επηρεάσουν τις ζωές διαφόρων ανθρώπων:

«Η αλήθεια είναι ότι οι λευκοί είναι ανώτεροι άνθρωποι από τους έγχρωμους και οι άνδρες είναι ανώτεροι από τις γυναίκες».

«Η αλήθεια είναι ότι «κανονικά» το φύλο των ανθρώπων δεν είναι, και δεν θα έπρεπε να είναι, κάτι άλλο παρά ένα δίπολο, άντρας ή γυναίκα».

«Η αλήθεια είναι ότι οι έτερο-σεξουαλικές σχέσεις είναι αυτό που η φύση ορίζει».

«Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν είναι αμαρτωλοί».

«Η αλήθεια είναι ότι η συμπεριφορά μας είναι πάντοτε αποτέλεσμα των επιλογών μας».

«Η αλήθεια είναι ότι οι σκέψεις μας είναι είτε λογικές είτε παράλογες».

«Η αλήθεια είναι ότι τα συναισθήματά μας μπορούν να διαχωριστούν σε καλά, κακά, υγιή και/ή σε καταστολή».

«Η αλήθεια είναι ότι είναι χρήσιμο & βοηθητικό να βγάζουμε διαγνώσεις για τους ανθρώπους σύμφωνα με τις διάφορες κατηγορίες ψυχικής ασθένειας».

«Η αλήθεια είναι ότι οι στατιστικές πιθανοτήτων και οι κανονιστικές αξιολογήσεις αποτελούν αμερόληπτους τρόπους συγκέντρωσης αποδείξεων σχετικά με “τις καλύτερες πρακτικές”».

Όπως καταλαβαίνουμε, η διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια ουδέτερη πράξη.

Είναι αδύνατο να σταθούμε σε μια περιοχή προ- ή μετά- αλήθειας γιατί οι άνθρωποι είμαστε όντα που ερμηνεύουμε. Αυτό που μας διαχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη είναι οι ικανότητές μας να κατασκευάζουμε το νόημα των εμπειριών μας. Το εξελικτικό μας «ατύχημα» συνέβαλλε και έκανε δυνατό για εμάς να κατανοούμε τα βιώματά μας μέσα από αφηγηματικές δομές. Με άλλα λόγια, κατασκευάζουμε ιστορίες για την ζωή μας συνδέοντας διάφορες εμπειρίες στην διάρκεια του χρόνου γύρω από μια συγκεκριμένη πλοκή ή θέμα. Η επιλογή των εμπειριών αυτών, που μπορεί να περιλαμβάνει γεγονότα, είναι πάντοτε υποκειμενική. Πάντοτε, δηλαδή, υπάρχουν περισσότερα συμβάντα που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ή να αποκλειστούν από μια οποιαδήποτε γραμμή ιστορίας που δημιουργείται. Αυτό λοιπόν που κάνουμε, και είναι το μοναδικό που κάνουμε, αλλά πάντοτε το κάνουμε, είναι να κατασκευάζουμε ιστορίες -σχετικά με τον εαυτό μας, τις κοινότητές μας και τις πραγματικότητές μας, όχι να ανακαλύπτουμε την αλήθεια. Αυτήν την ικανότητα σύνθεσης ιστοριών την τελειοποιούμε από πολύ νωρίς στην ζωή μας, τόσο νωρίς που φτάνουμε πλέον να την αξιοποιούμε σχεδόν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Το να δημιουργούμε ιστορίες γίνεται κάτι τόσο φυσικό για εμάς, όσο φυσικό είναι το κολύμπι για τα ψάρια. Από την στιγμή που μπαίνουμε στην προσπάθεια να κατανοήσουμε ένα γεγονός, πχ το θάνατο ενός ανθρώπου ή την πρόταση για εγκατάσταση ενός πετρελαιαγωγού, εμπλεκόμαστε στην διαδικασία διαμόρφωσης μιας ιστορίας- δηλαδή στην πρακτική της κατασκευής νοήματος.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι δηλώσεις«αλήθειας» δεν προσφέρουν λύσεις ουδετερότητας όταν έχουμε να κάνουμε με αντικρουόμενες ιστορίες. Τί είναι περισσότερο αλήθεια; Είναι περισσότερο αλήθεια ότι ο προτεινόμενος αγωγός πετρελαίου απειλεί την ιερή γη των ιθαγενών Αμερικάνων και αντιπροσωπεύει άλλη μια πράξη γενοκτονίας στα πλαίσια μιας εποικιστικής πολιτικής, ή μήπως είναι περισσότερο αλήθεια ότι οι επιχειρήσεις πετρελαίου έχουν νομικά δικαιώματα για την κατασκευή του αγωγού καθώς ανταποκρίνεται «στις ανάγκες της αγοράς;» Αν είναι να εστιάσουμε στις σχέσεις εξουσίας, θα χρειαστεί να στραφούμε σε κάτι διαφορετικό από την αναζήτηση της αλήθειας. Τί θα γινόταν άραγε αν αναγνωρίζαμε ότι τα γεγονότα από μόνα τους δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους; Τί θα γινόταν αν αναγνωρίζαμε ότι η συνεχής πάλη γύρω από την επικράτηση της όποιας αλήθειας συγκαλύπτει σχέσεις δύναμης; Τί θα γινόταν αν εγκαταλείπαμε την ψευδαίσθηση ότι ως άνθρωποι «ωριμάζουμε» και μαθαίνουμε σταδιακά όλο και περισσότερα για το πώς έχουν τα πράγματα στην ουσία τους; Ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις αν κατανοούσαμε τους εαυτούς μας όχι ως αναζητητές μιας αντικειμενικής αλήθειας, αλλά απλώς ως υποκείμενα που κατασκευάζουν νόημα μέσω των ιστοριών τους;

Ένας όλο και αυξανόμενος όγκος βιβλιογραφίας έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια σχετικά με τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας αφηγηματικής κοσμοθεωρίας. Υπάρχουν κοινότητες σε ολόκληρο τον κόσμο όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν την ζωή τους στην βάση αξιών και αρχών που συνάδουν με την αφηγηματική σκοπιά. Η οπτική αυτή μας ενθαρρύνει να αναλάβουμε την ευθύνη για το είδος των ιστοριών που συμβάλλουμε να δημιουργηθούν. Ενισχύει την περιέργειά μας για τις επιπτώσεις που έχουν οι ιστορίες αυτές στις ζωές και τις σχέσεις του καθενός, έστω κι αν αυτές οι επιπτώσεις προκύπτουν άθελά μας. Συμβάλλει στον περιορισμό μιας παθητικής αποδοχής «δεδομένων» Λόγων περί αλήθειας, από την στιγμή που οι ισχυρισμοί αυτοί δίνουν προτεραιότητα σε συγκεκριμένα νοήματα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μετατρεπόμαστε σε εκπροσώπους αυτών των νοημάτων χωρίς πραγματικά να έχουμε δώσει την δική μας ξεκάθαρη συγκατάθεση για κάτι τέτοιο. Η αφηγηματική προοπτική μας βοηθά να δούμε τους εαυτούς μας ως συν-συγγραφείς άρρηκτα συνδεδεμένους τον ένα με τον άλλον και με την κοινότητα.

Για παράδειγμα μέσω αυτής της προσέγγισης θα μπορούσε να γίνει δυνατό, μεγαλο-στελέχη πολυεθνικών πετρελαίου να αναρωτηθούν με γνήσια περιέργεια για τον τρόπο που η καπιταλιστική τους αφήγηση σχετικά με την αξιοποίηση πετρελαιαγωγών τοποθετείται απέναντι στις ιστορίες των αυτοχθόνων, καθώς είναι αυτοί κυρίως που θα βιώσουν τις συνέπειες της εν λόγω δράσης. Σε αυτήν την περίπτωση τα στελέχη θα θεωρούσαν, ενδεχομένως, ηθική τους ευθύνη να θέσουν στο επίκεντρο τους τρόπους ζωής των αυτόχθονων, παρόλο που οι γνώσεις ζωής αυτού του πληθυσμού συστηματικά απορρίπτονται μπροστά σε υποτιθέμενες «αλήθειες» που τους προβάλλουν ως «λιγότερο πολιτισμένους». Θα γινόταν δυνατήη παραδοχή ότι οι ιστορίες που έχουν να μοιραστούν οι αυτόχθονες για την τοποθέτηση του πετρελαιαγωγού, χαίρουν ίσης σημασίας, νομιμότητας και νοήματος με τις δικές τους. Η ηθική της φροντίδας και του σεβασμού θα οδηγούσε τα στελέχη να θελήσουν να μάθουν περισσότερα σχετικά με την διαφορετικότητα και τις διαφορές τους, όσο άβολα κι αν ήταν να βιώσουν αυτήν την διαδικασία. Πιθανά θα γινόταν δυνατό να βασιστούν στις δεξιότητες της ακρόασης και της περιέργειας προκειμένου να καταλάβουν με ποιον τρόπο οι ιστορίες των αυτοχθόνων συνδέονται με πολύτιμες ελπίδες, όνειρα, αρχές, δεσμεύσεις, αξίες. Με λίγα λόγια, η αφηγηματική προοπτική θα μπορούσε να ενισχύσει την θέληση των στελεχών να αναγνωρίσουν και να προσκαλέσουν τους αυτόχθονες ως εκπροσώπους σε μια κοινή προσπάθεια συγγραφής της ιστορίας για την σημασία του πετρελαιαγωγού, πριν παρθεί η οποιαδήποτε σχετική απόφαση.

Οποιαδήποτε ιστορία, ανεξαρτήτως του πόσο καλές προθέσεις την περιβάλλουν, μπορεί να φέρει ανεπιθύμητες επιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε δυνατό να προβλεφθούν πριν ακόμα ειπωθούν αυτές οι ιστορίες. Αυτό συμβαίνει διότι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξουν δύο άνθρωποι ή δύο κοινότητες που θα κατασκευάσουν ακριβώς τις ίδιες ιστορίες για οποιοδήποτε ζήτημα. Όλοι συνδέουμε τις ιδιαιτερότητες των βιωμένων μας εμπειριών σε μοναδικές γραμμές ιστορίας γύρω από τα θέματα που μετράνε για εμάς, αλλά συνήθως δεν δίνουμε χώρο στην περιέργειά μας για την ιστορία του άλλου. Αντί για περιέργεια, συχνά προκύπτει ένας διαγωνισμός μέσα στις σχέσεις σχετικά με το ποιος κατέχει την αλήθεια των πραγμάτων. Ανταγωνισμοί για την αλήθεια μπορεί να εμφανιστούν στην οικογένεια μεταξύ αδερφών, γονέων και παιδιών ή σε άλλες ευρύτερες σχέσεις. Μπορεί να προκύψουν στην τάξη μεταξύ καθηγητών και μαθητών. Μπορεί να εκδηλωθούν σε γειτονιές και κοινότητες. Μπορεί να προκύψουν κατά μήκος διαφορετικών φυλών, φύλων και κοινωνικοοικονομικών τάξεων. Μπορεί να λάβουν χώρα στην βάση διαφορετικών σωματικών δυνατοτήτων και θρησκειών. Μπορεί να προκύψουν μεταξύ εθνών, εθνικοτήτων και πολιτισμών. Αυτές οι διαμάχες γύρω από την αλήθεια συχνά χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν πολέμους κάθε είδους στερώντας καθημερινά την ζωή από αμέτρητους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών.

Υποστηρίζω μια συλλογική στροφή προς μια αφηγηματική κοσμοθεώρηση, διότι πιστεύω ότι μπορεί να μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε την αρχή της περιέργειας, αντί για την αρχή της βεβαιότητας* την αρχή της συνεργασίας, αντί για την αρχή του ελέγχου* την αρχή της ένταξης, αντί για την αρχή του αποκλεισμού* την αρχή της υπευθυνότητας και λογοδοσίας απέναντι στις περιθωριακές φωνές, αντί για την αρχή της αμυντικότητας. Αυτό βεβαίως για να συμβεί προϋποθέτει ότι αναγνωρίζουμε πως είμαστε διαμορφωτές νοήματος και όχι γνώστες αλήθειας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι απομακρυνόμαστε από την παρωχημένη λαχτάρα μας να αναζητούμε την αλήθεια και οδεύουμε προς έναν αφηγηματικό προσανατολισμό, ο οποίος προς το παρόν επιβιώνει κυρίως στο περιθώριο της κουλτούρας μας. Αυτή η στροφή θα απαιτούσε μια πιο ταπεινή και σχεσιακή οπτική του εαυτού μας και μια απόρριψη της ειδωλοποίησης του ατομικισμού που έχει ιστορηθεί με τόση επιτυχία και ανταπόκριση στην μοντέρνα Δυτική κοινωνία.

 

 

Το παρόν άρθρο που μετέφρασα και επιμελήθηκα είναι κείμενο του Stephen Gaddis, Ph.D., LMFT, διευθυντής του Narrative Therapy Initiative στο Salem, MA, USA και επίκουρος καθηγητής στο μεταπτυχιακό τμήμα του Boston College και του Salem State University.

H δημοσίευση εδώ γίνεται με την δική του ενήμερη συγκατάθεση.

Το αυθεντικό κείμενο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε στην επίσημη σελίδα του facebook: The Narrative Therapy Initiative