Η πολυπλοκότητα του θηλασμού

Η
Δύο γυναίκες με διαφορετικές ιστορίες θηλασμού και μια κουρτίνα ανάμεσά μας

Λίγες μόλις ημέρες μετά τη γέννηση του γιου μου, ξύπνησα ένα πρωί στο μαιευτήριο από το κλάμα μιας γυναίκας στο διπλανό δωμάτιο. Ήταν μια νέα μητέρα, όπως κι εγώ. Το μωρό της δυσκολευόταν να θηλάσει και οι νοσηλεύτριες μπαινόβγαιναν ολονυκτίς στο δωμάτιό της για να βοηθήσουν.

Κι εγώ μόλις είχα αρχίσει να εξερευνώ αυτή τη νέα πραγματικότητα που είχε ανοίξει μπροστά μου. Προσπαθούσα ακόμη να γνωρίσω το καινούργιο μου σώμα, το μωρό μου και αυτόν τον παράξενο, καινούργιο κόσμο όπου, ξαφνικά, τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινότητας έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από το τάισμα.

Ο θηλασμός, για μένα, είχε έρθει μάλλον απρόσμενα εύκολα. Με τη διακριτική καθοδήγηση των νοσηλευτριών, ο γιος μου κι εγώ αρχίζαμε σιγά-σιγά να επινοούμε τα κοινά μας πατήματα, μέσα από τις μικρές, καθημερινές μας δοκιμές.

Βίωνα τον θηλασμό με χαρά, ως τόπο συνάντησης και γνωριμίας με τον μικρό αυτό ανθρωπάκο. Μου άρεσε η εγγύτητα που δημιουργούσε. Υπήρχε κάτι ταυτόχρονα απλό και σχεδόν θαυμαστό στην εμπειρία ότι το σώμα μου μπορούσε να γίνει ένας χώρος φιλοξενίας για ένα καινούργιο δεσμό που έβρισκε τον τρόπο να αναπτυχθεί.

Ακούγοντας όμως εκείνη τη γυναίκα να κλαίει, σκέφτηκα πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώνεται η ίδια εμπειρία από μια άλλη μητέρα. Για εκείνη, εκείνη τη στιγμή, ο θηλασμός δεν ήταν ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης με το μωρό της. Είχε γίνει πηγή αγωνίας και αμφιβολίας. Με έκανε να αναλογιστώ πώς, μαζί με τη γέννηση ενός παιδιού, μπορεί κάποιες φορές να κάνει την εμφάνισή της και μια βαθιά αίσθηση ανεπάρκειας. Η επίμονη υποψία ότι δεν ανταποκρινόμαστε όπως θα έπρεπε, ότι δεν τα καταφέρνουμε, ότι αποτυγχάνουμε ήδη στον ρόλο που μόλις αρχίσαμε να αναλαμβάνουμε.

Έτσι, τράβηξα διακριτικά την κουρτίνα που χώριζε τα κρεβάτια μας.

Συστήθηκα ως μια ακόμη νέα μητέρα και τη ρώτησα αν θα ένιωθε άνετα να μιλήσουμε.
Της είπα ότι, καθώς διένυα τις πρώτες μέρες γνωριμίας με τον γιο μου, παρατηρούσα τον θηλασμό να με προσκαλεί να κολυμπήσω σε αχαρτογράφητα νερά. Να δώσω χρόνο και στους δυο μας να μάθουμε, λίγο λίγο, να συντονιζόμαστε και να συνδιαμορφώνουμε τον δικό μας ρυθμό. Αναρωτήθηκα πώς ήταν αυτή η εμπειρία για εκείνη και για το μωρό της. Της εξήγησα ότι δεν ήθελα να κάνω υποθέσεις ότι η εμπειρία μας είναι κοινή ή αν η καθεμιά  ακολουθούσε διαφορετικές διαδρομές.

Έτσι, αρχίσαμε να μιλάμε όχι μόνο για το τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή, αλλά και για το πώς είχε φανταστεί τον θηλασμό πριν ακόμη γεννηθεί το μωρό της. Για τις προθέσεις και τις ελπίδες που είχε φέρει μαζί της στη μητρότητα.

Την ρώτησα: «Όταν σκέφτεσαι τον θηλασμό, τί ελπιζεις ότι θα γίνει δυνατό για εσένα και το μωρό σου μέσα σε αυτήν την εμπειρία;»

Η απάντησή της και όσα ακολούθησαν άνοιξαν την συζήτηση μας σε νέα πεδια.

Δεν μιλούσαμε πλέον για το αν το μωρό θα κατάφερνε να πιάσει το στήθος. Μιλούσαμε για τη μητέρα που ήθελε να γίνει. Για την επιθυμία της να προσφέρει στο παιδί της την παρουσία της ως ένα ασφαλές καταφύγιο. Για τη σημασία που είχε για εκείνη να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Για τις αξίες που ήθελε να φέρει στη σχέση τους και για τον δεσμό που ήλπιζε να καλλιεργήσει μαζί του.

Μαζί με αυτές τις επιθυμίες, όμως, ήρθαν στην επιφάνεια και άλλες ιστορίες. Οι ιδέες που είχε ακούσει για το τι σημαίνει να είσαι «καλή μητέρα». Οι προσδοκίες για το πώς θα έπρεπε να μοιάζει η σύνδεση με το μωρό τις πρώτες ημέρες. Η απόσταση ανάμεσα σε όσα είχε μάθει να περιμένει και σε όσα τελικά συνέβαιναν. Η απογοήτευση, ο φόβος, η αγάπη, η ευθύνη.

Και κάπως έτσι, μέσα από μια κουβέντα που ξεκίνησε με ένα μωρό που δυσκολευόταν να θηλάσει, βρεθήκαμε να μιλάμε για όλα όσα μπορεί να σημαίνει ο θηλασμός όταν συναντά κοινωνικές προσδοκίες, εναλλακτικές αξίες και την ίδια την προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει τον δικό της τρόπο να γίνει μητέρα.

Ο θηλασμός είναι χειραφέτηση ή καταπίεση;

Ο θηλασμός συχνά παρουσιάζεται μέσα από αντιπαραθέσεις που μοιάζουν να απαιτούν από εμάς να πάρουμε θέση. Από τη μία, η ιδέα ότι «το στήθος είναι η καλύτερη επιλογή», από την άλλη, η υπενθύμιση ότι πρωταρχική σημασία έχει να τρέφεται το μωρό. Από τη μία, ο θηλασμός ως εμπειρία ενδυνάμωσης, από την άλλη, ως πεδίο καταπίεσης. Από τη μία, η διεκδίκηση της ελευθερίας των γυναικών να θηλάζουν και, από την άλλη, η διεκδίκηση της ελευθερίας τους από την πίεση να θηλάσουν. Ακόμη και η αναφορά στον θηλασμό ως «φυσική» διαδικασία συχνά αντιπαρατίθεται στην εξίσου σημαντική θέση ότι η χρήση φόρμουλας αποτελεί μια απολύτως θεμιτή επιλογή.

Οι θέσεις αυτές μπορεί να εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες και να υπηρετούν διαφορετικές πολιτικές ή φεμινιστικές επιδιώξεις. Ωστόσο, όταν η συζήτηση οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τέτοιες αντιθέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος μια εμπειρία τόσο προσωπική, σωματική και εξαρτημένη από τις συνθήκες ζωής να μετατραπεί σε ένα ζήτημα σωστού και λάθους, σε μια έμμεση αξιολόγηση του τι «θα έπρεπε» να κάνει μια γυναίκα.

Η ένταση αυτή δεν είναι καινούργια. Οι φεμινιστικές συζητήσεις γύρω από τον θηλασμό έχουν εδώ και δεκαετίες κινηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες αναγνώσεις του. Σε ορισμένες φεμινιστικές προσεγγίσεις, ο θηλασμός έχει νοηθεί ως μια δυνατότητα που μπορεί να ενισχύσει τη γυναικεία αυτονομία και να απομακρύνει τη διατροφή του βρέφους από εξαρτήσεις που επιβάλλονται κοινωνικά ή οικονομικά. Σε άλλες, έχει αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη επιφύλαξη, ως μια πρακτική που μπορεί να δεσμεύσει ακόμη περισσότερο το σώμα, τον χρόνο και την εργασία των γυναικών και να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες προσδοκίες γύρω από τη μητρότητα.

Η ένταση αυτή είναι, κατά κάποιον τρόπο, αναμενόμενη. Ο θηλασμός δεν αφορά μόνο τη διατροφή ενός βρέφους. Εκτυλίσσεται στο σημείο όπου συναντώνται το σώμα και η σεξουαλικότητα, η αναπαραγωγή και η μητρότητα, η εργασία και η φροντίδα, η προσωπική επιθυμία και οι κοινωνικές προσδοκίες. Είναι μια εμπειρία βαθιά προσωπική, αλλά ταυτόχρονα διαμορφωμένη από κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ίσως γι’ αυτό και οι προσπάθειες να περιγραφεί με έναν μόνο τρόπο καταλήγουν τόσο εύκολα σε διχοτομίες: ενδυνάμωση ή καταπίεση, ελευθερία ή περιορισμός, επιλογή ή εξαναγκασμός.

Όσο περισσότερο, όμως, έρχομαι σε επαφή με τις διαφορετικές ιστορίες των γυναικών που βλέπω στο θεραπευτικό δωμάτιο, τόσο λιγότερο επαρκής μου φαίνεται αυτή η διάκριση. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι το πώς μεταβάλλεται η εμπειρία του θηλασμού ανάλογα με τις συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται. Για μια γυναίκα μπορεί να αποτελέσει μια βαθιά προσωπική και ενδυναμωτική εμπειρία, ενώ για μια άλλη να συνδεθεί με εξάντληση, πίεση ή περιορισμό. Και η διαφορά αυτή δεν βρίσκεται απαραίτητα στον ίδιο τον θηλασμό, αλλά στις συνθήκες ζωής, στις σχέσεις, στις δυνατότητες και στους περιορισμούς που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη γυναίκα.

Αυτό μετατοπίζει και το ερώτημα. Αντί να προσπαθούμε να αποφασίσουμε τι «είναι» ο θηλασμός, αν είναι καλός ή κακός, ενδυναμωτικός ή καταπιεστικός, μπορούμε να εξετάσουμε τι σημαίνει ο θηλασμός για κάθε συγκεκριμένη γυναίκα, μέσα στις συγκεκριμένες κοινωνικές, σχεσιακές και υλικές συνθήκες της ζωής της.

Ποιες δυνατότητες της ανοίγει; Τι απαιτεί από εκείνη; Ποια περιθώρια επιλογής διαθέτει πραγματικά; Ποιοι άνθρωποι, θεσμοί και συνθήκες κάνουν τον θηλασμό ευκολότερο ή δυσκολότερο;

Το πρόβλημα με την έννοια της «επιλογής»

Η «επιλογή» αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική φεμινιστική κατάκτηση. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της, να επιλέγει αν θα θηλάσει, αν θα χρησιμοποιήσει φόρμουλα, αν θα συνεχίσει ή θα διακόψει τον θηλασμό, χωρίς να υπόκειται σε εξαναγκασμό ή να αισθάνεται ότι οφείλει να απολογηθεί για την απόφασή της, συνιστά μια ουσιαστική διάσταση της αυτονομίας της.

Ωστόσο, όσο αναλογίζομαι τις διαφορετικές εμπειρίες γυναικών που συναντώ στην θεραπευτική μου πρακτική, τόσο περισσότερο αισθάνομαι την ανάγκη να τοποθετήσω την έννοια της επιλογής μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό και υλικό πλαίσιο στο οποίο αυτή πραγματοποιείται. Η διαθεματική φεμινιστική σκέψη μας υπενθυμίζει, άλλωστε, ότι η τυπική ύπαρξη μιας επιλογής δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην και ισότιμη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν. Οι οικονομικές συνθήκες, η εργασία, οι οικογενειακές και συντροφικές σχέσεις, η διαθεσιμότητα υποστήριξης, αλλά και οι διαφορετικές μορφές ανισότητας και εξουσίας που διασταυρώνονται στη ζωή κάθε γυναίκας, διαμορφώνουν το εύρος των δυνατοτήτων που έχει πραγματικά στη διάθεσή της.

Η διαφορά αυτή γίνεται πιο ορατή όταν σκεφτούμε τις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επιλογή. Διοτι είναι διαφορετική η εμπειρία μιας γυναίκας που μπορεί να παραμείνει στο σπίτι μετά τη γέννηση του παιδιού της χωρίς να διακινδυνεύσει το εισόδημά της και διαφορετική εκείνης που χρειάζεται να επιστρέψει σύντομα στην εργασία της.

Διαφορετική είναι η θέση μιας γυναίκας που εργάζεται σε ένα περιβάλλον όπου μπορεί να απομακρυνθεί για λίγο, να αντλήσει γάλα και να έχει στη διάθεσή της έναν κατάλληλο και ιδιωτικό χώρο, από εκείνη που δεν διαθέτει ούτε τον χρόνο ούτε τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.

Διαφορετικές είναι, επίσης, οι δυνατότητες μιας μητέρας που μπορεί να αναζητήσει και να καλύψει οικονομικά το κόστος εξειδικευμένης υποστήριξης και μιας άλλης που είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει μόνη της τις δυσκολίες που προκύπτουν.

Και διαφορετική είναι η καθημερινότητα μιας γυναίκας που έχει δίπλα της έναν σύντροφο, μια γιαγιά, μια φίλη ή έναν άνθρωπο που μπορεί να πληρώσει, ώστε να αναλάβει μέρος της φροντίδας, από εκείνη που δεν διαθέτει κανένα αντίστοιχο δίκτυο.

Δεν πρόκειται για περιφερειακές ή δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις. Οι συνθήκες αυτές μπορούν να μεταβάλουν ουσιαστικά όχι μόνο το αν μια γυναίκα θα μπορέσει να θηλάσει, αλλά και το πώς θα βιώσει τον ίδιο τον θηλασμό, ως μια δυνατότητα που μπορεί πράγματι να ασκήσει, ως μια διαρκή προσπάθεια που απαιτεί σημαντικές θυσίες ή ως μια επιλογή που, παρά το γεγονός ότι τυπικά υπάρχει, στην πράξη παραμένει δυσπρόσιτη.

Ίσως, επομένως, όταν μιλάμε για το δικαίωμα κάθε γυναίκας να επιλέγει αν θα θηλάσει, χρειάζεται να διευρύνουμε λίγο το βλέμμα μας πέρα από την ίδια την πράξη της επιλογής. Να εξετάσουμε τις συνθήκες που καθιστούν μια επιλογή πραγματικά πραγματοποιήσιμη. Ποια γυναίκα έχει τον απαιτούμενο χρόνο, ποια διαθέτει την οικονομική δυνατότητα, ποια έχει εργασιακή ασφάλεια και ποια μπορεί να στηριχθεί σε ανθρώπους ή υπηρεσίες που θα της επιτρέψουν να κάνει αυτή την επιλογή πράξη.

Γιατί η ελευθερία της επιλογής δεν εξαντλείται στην ύπαρξη εναλλακτικών. Αφορά και το κατά πόσο μια γυναίκα διαθέτει τους υλικούς, κοινωνικούς και σχεσιακούς όρους που της επιτρέπουν πραγματικά να κινηθεί ανάμεσά τους.

Όταν η επιλογή του θηλασμού διασταυρώνεται με τις συνθήκες της ζωής

Η δική μου εμπειρία με τον θηλασμό με έχει κάνει να σκέφτομαι ακόμη πιο έντονα όλα αυτά τα ζητήματα.

Ο θηλασμός του γιου μου εξελίσσεται μέχρι στιγμής με ευκολία και τον βιώνω ως μια βαθιά ανταποδοτική εμπειρία.

Ταυτόχρονα, αναγνωρίζω ότι αυτή η εμπειρία δεν υπάρχει έξω από τα προνόμια που συνοδεύουν τη θέση μου. Η σχετική ευελιξία στην εργασία μου και ο βαθμός επαγγελματικής αυτονομίας και σταθερότητας που διαθετω μου επιτρέπουν περιθώρια που δεν είναι εξίσου προσβάσιμα σε κάθε γυναίκα.

Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη σχετικά προνομιούχα εμπειρία, έχω διαπιστώσει ότι ο θηλασμός δεν είναι απλώς θέμα επιθυμίας.

Πολύ σύντομα βρέθηκα μπροστά στην ανάγκη να επιστρέψω στις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις και στην επιτακτικότητα που χαρακτηρίζει το πλαίσιο εργασίας μου. Είμαι ψυχολόγος, θεραπεύτρια, επόπτρια και διδάσκουσα. Η δουλειά μου περιλαμβάνει ποιοτικά πολύ μεστό χρόνο με άλλους ανθρώπους και μαζί της μια σημαντική επένδυση ψυχικής και πνευματικής ενέργειας. Επισης περιλαμβάνει διδασκαλία και ραντεβού σε συγκεκριμένες ώρες. Περιλαμβάνει συμφωνίες και δεσμεύσεις με πανεπιστήμια και εκπαιδευτικούς οργανισμούς, ευθύνες που δεν μπορούν να μετακινηθούν ή να διακοπούν επειδή το μωρό μου χρειάζεται να θηλάσει.

Παράλληλα, θηλάζω αποκλειστικά τον γιο μου, χωρίς να διαθέτω ένα ευρύτερο δίκτυο ανθρώπων που θα μπορούσε να μοιραστεί μαζί μου το βάρος της καθημερινής φροντίδας. Δεν έχω γονείς ή άλλους συγγενείς που να μπορούν να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο, ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο που να μπορεί εύκολα να καλύψει το κενό.

Έτσι, ακόμη και μια εμπειρία που μέχρι στιγμής μου προσέφερε χαρά και εγγύτητα άρχισε να διαπλέκεται με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς χρόνου, εργασίας και διαθέσιμης υποστήριξης. Ημερολόγια και deadlines, δουλειά στις 3 π.μ., λογαριασμούς που συνεχίζουν να τρέχουν, αντλήσεις και αποθήκευση γάλακτος, τις πρακτικές φροντίδες του σπιτιού, τη φροντίδα του μωρού και τον χρόνο που αναγκαστικά περνάω μακριά του.

Και κάπου εκεί έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται, αν ο θηλασμός είναι επιλογή, τι συμβαίνει όταν η επαγγελματική μου ζωή αρχίζει να διαμορφώνει αυτή την επιλογή;

Για να μπορέσω να συνεχίσω να θηλάζω, χρειάστηκε να αναπροσαρμόσω τον τρόπο με τον οποίο εργάζομαι και να επαναδιαπραγματευτώ τη διάθεση του χρόνου και της ενέργειάς μου. Κι αυτή ακριβώς η εμπειρία με έκανε να δυσπιστώ ακόμη περισσότερο απέναντι στο δίλημμα «ενδυνάμωση ή περιορισμός». Γιατί, στη δική μου περίπτωση, ο θηλασμός δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά. Μου προσφέρει κάτι βαθιά σημαντικό, ενώ ταυτόχρονα εγείρει απαιτήσεις που με καλούν να αναδιατάξω πλευρές της ζωής μου με τρόπους που δεν είναι πάντοτε εύκολοι, αντιθέτως έχουν κόστος.

Εδώ εντοπίζω άλλωστε ένα από τα προβλήματα κάθε διχοτομικής προσέγγισης. Μας ωθεί να αποφασίσουμε τι είναι μια εμπειρία, ενώ οι πραγματικές εμπειρίες των ανθρώπων σπάνια χωρούν τόσο καθαρά σε μία κατηγορία. Μπορούν να είναι αντιφατικές, σύνθετες και να αλλάζουν μορφή ανάλογα με τις συνθήκες.

Ο θηλασμός είναι απόλαυση ή δουλειά;

Υπάρχει, ωστόσο, και μια ακόμη αντίθεση που δυσκολεύεται να αποδώσει το εύρος της εμπειρίας του θηλασμού, η απόλαυση από τη μία πλευρά και η καταπίεση από την άλλη.

Ο θηλασμός μπορεί να αποτελεί μια βαθιά απολαυστική εμπειρία και, ταυτόχρονα, να συνοδεύεται από πόνο, σωματική κόπωση ή εξάντληση. Μπορεί να δημιουργεί μια ιδιαίτερη αίσθηση εγγύτητας και οικειότητας με το μωρό, ενώ παράλληλα να βιώνεται ως μια διαρκής απαίτηση από το σώμα και τον χρόνο της μητέρας. Μπορεί να συνιστά για μια γυναίκα μια σημαντική έκφραση σωματικής αυτονομίας και, την ίδια στιγμή, να συνοδεύεται από την αίσθηση ότι το σώμα της παραμένει διαρκώς διαθέσιμο για την κάλυψη των αναγκών κάποιου άλλου. Μπορεί να εμπεριέχει τρυφερότητα, χαρά και αγάπη, αλλά και στιγμές αγανάκτησης, περιορισμού ή έντονης επιθυμίας για μια παύση.

Οι διαφορετικές αυτές διαστάσεις δεν αλληλοαναιρούνται. Μια γυναίκα δεν χρειάζεται να νοηματοδοτήσει τον θηλασμό ως καταπιεστικό προκειμένου να αναγνωρίσουμε τον χρόνο, την ενέργεια και την προσπάθεια που μπορεί να απαιτεί. Ούτε χρειάζεται να τον περιγράψει ως ενδυναμωτικό προκειμένου να αναγνωρίσουμε τη χαρά, την εγγύτητα ή τη βαθιά προσωπική αξία που μπορεί να έχει για εκείνη.

Άλλωστε, η ίδια γυναίκα μπορεί, σε διαφορετικές στιγμές ή ακόμη και ταυτόχρονα, να προσδίδει στον θηλασμό διαφορετικά και φαινομενικά αντικρουόμενα νοήματα. Μπορεί να αισθάνεται βαθιά χαρά θηλάζοντας το μωρό της και, την ίδια στιγμή, να λαχταρά να αναλάβει κάποιος άλλος για λίγο τη φροντίδα του. Μπορεί να έχει επιλέξει συνειδητά τον θηλασμό και, παράλληλα, να αισθάνεται απογοήτευση επειδή η εμπειρία αυτή θα μπορούσε να είναι διαφορετική αν διέθετε περισσότερη υποστήριξη.

Δεν υπάρχει αναγκαστικά αντίφαση σε αυτές τις εμπειρίες. Η μία δεν ακυρώνει την άλλη. Μπορούν να συνυπάρχουν και να αποτελούν εξίσου αυθεντικές πλευρές της ίδιας βιωμένης εμπειρίας.

Ίσως, λοιπόν, μία από τις πιο περιοριστικές συνέπειες της δυαδικής σκέψης να είναι ακριβώς αυτή, ότι μας ωθεί να αντιμετωπίζουμε ως ασυνεπείς ή αντιφατικές εμπειρίες που, στην πραγματικότητα, μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται η μία να επικρατήσει έναντι της άλλης.

Πότε ο θηλασμός μετατρέπεται σε τεκμήριο «καλής μητρότητας»;

Στον δημόσιο λόγο γύρω από τον θηλασμό, η συζήτηση συχνά μετατοπίζεται, σχεδόν ανεπαίσθητα, από το ερώτημα του τι μπορεί να λειτουργεί για μια συγκεκριμένη μητέρα και το παιδί της σε ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα. Τι αποκαλύπτει ο τρόπος με τον οποίο μια γυναίκα ταΐζει το παιδί της για το είδος της μητέρας που είναι.

Μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, ο θηλασμός μπορεί να αποκτήσει τη συμβολική αξία μιας απόδειξης μητρικής αφοσίωσης, ενώ η επιλογή της φόρμουλας να ερμηνευτεί ως ένδειξη ανεπαρκούς προσπάθειας ή ως προτεραιοποίηση των προσωπικών αναγκών της μητέρας. Η άντληση μπορεί να προσλάβει το νόημα της ιδιαίτερης επιμονής και δέσμευσης, ενώ η διακοπή του θηλασμού να εγγραφεί στο λεξιλόγιο της «αποτυχίας». Ακόμη και η συνέχιση του θηλασμού μπορεί να εξιδανικευτεί ως μορφή αυτοθυσίας, σαν η μητρική αφοσίωση να αποδεικνύεται από την προθυμία μιας γυναίκας να παραμερίζει επανειλημμένα τις δικές της ανάγκες.

Έτσι, μια πρακτική σίτισης παύει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας τρόπος με τον οποίο μια μητέρα και ένα βρέφος οργανώνουν την καθημερινότητά τους και μετατρέπεται σε ηθικό τεκμήριο. Σε ένα στοιχείο βάσει του οποίου η μητέρα αξιολογείται, συνειδητά ή ασυνείδητα, ως περισσότερο ή λιγότερο αφοσιωμένη, επαρκής ή «καλή».

Η διαδικασία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά τον θηλασμό. Η σύγχρονη μητρότητα συνοδεύεται από ένα πυκνό πλέγμα, συχνά αλληλοσυγκρουόμενων, κανονιστικών προσδοκιών. Το σώμα μετά τον τοκετό αναμένεται να επανέλθει, η μητέρα να οικοδομήσει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με το παιδί της, να ανταποκρίνεται με επάρκεια στις ανάγκες του, να παραμένει διαθέσιμη και συναισθηματικά παρούσα, να επιστρέφει στην επαγγελματική της ζωή χωρίς αυτό να αποβαίνει εις βάρος της μητρότητας, να διατηρεί την προσωπική και σεξουαλική της ζωή, να φροντίζει τον εαυτό της χωρίς να θεωρείται ότι τον προτάσσει έναντι της οικογένειάς της.

Ακόμη και η αναζήτηση βοήθειας μπορεί να ενταχθεί σε αυτή την αντιφατική κανονιστική απαίτηση να ζητά υποστήριξη, αλλά να μη φαίνεται εξαρτημένη από αυτήν. Να προστατεύει τις δικές της ανάγκες, αλλά χωρίς να εκλαμβάνεται ως εγωκεντρική. Να διατηρεί την αυτονομία της, χωρίς να απομακρύνεται από την ιδέα της απόλυτης διαθεσιμότητας προς το παιδί της.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο θηλασμός μπορεί να καταστεί ακόμη ένα πεδίο όπου η μητέρα αξιολογείται όχι μόνο για το τι κάνει, αλλά για το τι υποτίθεται ότι μαρτυρά η πράξη της για τον χαρακτήρα, την αφοσίωση και την επάρκειά της ως μητέρας.  Η γυναίκα δεν καλείται πλέον μόνο να φροντίσει το παιδί της, αλλά να καταστήσει διαρκώς ορατό ότι το κάνει με τον «σωστό» τρόπο, μια ακόμη εκδοχή της παλαιότερης απαίτησης οι γυναίκες να επιτελούν τη μητρότητα με τρόπο που να αποδεικνύει την ηθική τους αξία.

Κι αν σταματούσαμε να ζητάμε από τις μητέρες να διαλέξουν πλευρά;

Υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι για τους οποίους ο θηλασμός αποτελεί αντικείμενο συστηματικής προαγωγής από τους διεθνείς οργανισμούς δημόσιας υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η UNICEF συνιστούν τον αποκλειστικό θηλασμό κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής και, στη συνέχεια, την εισαγωγή συμπληρωματικών τροφών με παράλληλη συνέχιση του θηλασμού έως την ηλικία των δύο ετών ή και πέρα από αυτήν.

Η αναγνώριση των τεκμηριωμένων οφελών του θηλασμού για την υγεία, ωστόσο, δεν προϋποθέτει τη δημιουργία μιας άτυπης κλίμακας μητρικής επάρκειας, στην κορυφή της οποίας τοποθετείται η μητέρα που θηλάζει και χαμηλότερα εκείνη που δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να το κάνει. Αντίστοιχα, ο σεβασμός προς τις γυναίκες που δεν θηλάζουν δεν προϋποθέτει την αποσιώπηση ή την αμφισβήτηση των επιστημονικών δεδομένων σχετικά με τα οφέλη του θηλασμού.

Οι δύο αυτές θέσεις δεν είναι αναγκαστικά αντιφατικές.

Μπορούμε να αναγνωρίζουμε τη σημασία του θηλασμού για τη δημόσια υγεία και, ταυτόχρονα, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικές απέναντι στις μορφές πίεσης, ενοχοποίησης και ντροπής που μπορεί να συνοδεύουν την προώθησή του.

Μπορούμε να υποστηρίζουμε πολιτικές που διευκολύνουν τον θηλασμό και, την ίδια στιγμή, να αμφισβητούμε εκείνες τις πρακτικές που μετατρέπουν τη σχετική σύσταση σε προσωπική υποχρέωση της κάθε μητέρας.

Μπορούμε να ασκούμε κριτική στην επιθετική εμπορική προώθηση των υποκατάστατων μητρικού γάλακτος, χωρίς αυτή η κριτική να μετατρέπεται σε μομφή προς τις γυναίκες που τα χρησιμοποιούν.

Μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τον θηλασμό ως ζήτημα δημόσιας υγείας και, ταυτόχρονα, να αναγνωρίζουμε ότι η δυνατότητα μιας γυναίκας να θηλάσει συνδέεται άμεσα με τις εργασιακές της συνθήκες, τον διαθέσιμο χρόνο, την οικονομική της ασφάλεια και την υποστήριξη που έχει στη διάθεσή της.

Μπορούμε, επίσης, να αναγνωρίζουμε τη χαρά και την αξία που μπορεί να έχει ο θηλασμός για μια γυναίκα, χωρίς να τον μετατρέπουμε σε κριτήριο της μητρικής της αξίας.

Να στηρίζουμε μια μητέρα που επιθυμεί να θηλάσει, χωρίς η επιθυμία της να γίνεται σιωπηρή προσδοκία για όλες τις υπόλοιπες.

Δεν είναι απαραίτητο να επιλέξουμε ανάμεσα στα δύο. Μπορούμε να υποστηρίζουμε τον θηλασμό χωρίς να επιβαρύνουμε με ενοχή εκείνες που δεν θηλάζουν.

Να αναγνωρίζουμε τα οφέλη του χωρίς να τα μετατρέπουμε σε ηθική απαίτηση.

Κκαι να δημιουργούμε τις συνθήκες που επιτρέπουν σε μια γυναίκα να θηλάσει, χωρίς να της αφαιρούμε την ελευθερία να επιλέξει διαφορετικά.

Ο ενδιάμεσος ανοιχτός χώρος 

Επιστρέφω ξανά και ξανά στη γυναίκα που γνώρισα στο μαιευτήριο.

Δεν ξέρω αν ο θηλασμός τελικά έγινε πιο εύκολος για εκείνη.

Δεν ξέρω αν συνέχισε.

Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το νόημα.

Η ιστορία της δεν χρειαζόταν να καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα ως προς τον τρόπο σίτισης για να έχει σημασία η εμπειρία της.

Αυτό που είχε σημασία εκείνη τη στιγμή ήταν ότι υπήρχε χώρος για να αφηγηθεί την ιστορία του τι σήμαινε ο θηλασμός για εκείνη.

Όχι τι υποτίθεται ότι πρέπει να σημαίνει ο θηλασμός.

Όχι τι σήμαινε για μένα.

Όχι τι σήμαινε σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας

Όχι τι σήμαινε σύμφωνα με ένα φεμινιστικό επιχείρημα.

Αλλά τι σήμαινε για εκείνη.

Ίσως, τελικά, η έξοδος από τις αντιπαραθέσεις γύρω από τον θηλασμό να μη βρίσκεται στην αναζήτηση της «σωστής» πλευράς, αλλά στην προθυμία να ακούσουμε όσα χάνονται όταν μια τόσο σύνθετη εμπειρία χωρίζεται στα δύο.

Τι θα γινόταν αν μια μητέρα μπορούσε να πει «Ήθελα απεγνωσμένα να θηλάσω και δεν τα κατάφερα», χωρίς η συζήτηση να μετατρέπεται σε ερώτημα για το αν προσπάθησε αρκετά;

Τι θα γινόταν αν μια άλλη μπορούσε να πει «Ποτέ δεν ήθελα να θηλάσω», χωρίς να χρειάζεται να υπερασπιστεί κάποιο φεμινιστικό ισχυρισμό;

Τι θα γινόταν αν μια άλλη μπορούσε να πει «Αγαπώ τον θηλασμό, αλλά χρειάζεται να σταματήσω», χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι υπήρχε επαρκής λόγος για να σταματήσει;

Τι θα γινόταν αν μια άλλη μπορούσε να πει «Ο θηλασμός είναι μία από τις πιο ενδυναμωτικές εμπειρίες της ζωής μου», χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε επιχείρημα για το τι πρέπει να κάνει κάθε γυναίκα;

Τι θα γινόταν αν μια άλλη μπορούσε να πει «Ο θηλασμός με έχει κάνει να νιώθω παγιδευμένη», χωρίς αυτό να μετατρέπεται σε επιχείρημα εναντίον του θηλασμού;

Ο θηλασμός μπορεί να είναι χαρά, σύνδεση και αυτενέργεια, αλλά και κόπος, εξάντληση και περιορισμός. Η φόρμουλα μπορεί να είναι αναγκαιότητα, επιλογή ή ανακούφιση. Καμία από αυτές τις εμπειρίες δεν χρειάζεται να γίνει καθολική αλήθεια.

Ίσως, λοιπόν, αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να μετακινήσουμε το βλέμμα μας από το τι πρέπει να κάνει μια μητέρα στο πώς βιώνει αυτό που κάνει και μέσα σε ποιες συνθήκες.

Και εκεί, ίσως, υπάρχει χώρος για μια συζήτηση λιγότερο επικριτική, περισσότερο γενναιόδωρη και πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή.

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Μπορείτε να την βρείτε και στο: