Στην εποπτική μου δουλειά συναντώ συχνά θεραπευτές που περιγράφουν την αφηγηματική τους πρακτική μέσα από την επιδίωξη να παραμένουν decentred. Κάποιες φορές, μάλιστα, η αποκέντρωση φαίνεται να έχει αποκτήσει τόσο κεντρική θέση στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν την αφηγηματική θεραπεία, ώστε οι δύο έννοιες σχεδόν να ταυτίζονται- η αφηγηματική πρακτική ως μια πρακτική αποκέντρωσης, και η αποκέντρωση ως η κατεξοχήν ηθική της.
Αυτό εξακολουθεί να με εκπλήσσει.
Ίσως επειδή, για πολλά χρόνια, η δική μου κατανόηση της αφηγηματικής πρακτικής είχε οργανωθεί γύρω από μια διαφορετική σύνδεση. Tο decentred δεν μπορούσε, για μένα, να αποσυνδεθεί από το influential. Έτσι είχα κατανοήσει τη διδασκαλία του Michael White. Η αποκέντρωση δεν σήμαινε την απόσυρση του/της θεραπευτή/τριας από τη θεραπευτική συζήτηση,αντιθέτως αναγνωρίζει την ευθύνητης επιρροής του/τηςκαι σηματοδοτεί την εύρεση πρακτικών λογοδοσίας.
Με αυτή την έννοια, η περιγραφή της αφηγηματικής πρακτικής απλώς ως «αποκεντρωμένης» μου φαινόταν πάντοτε κάπως ελλιπής και, ενδεχομένως, ευάλωτη στην παρερμηνεία ότι ο/η αφηγηματικός/ήθεραπευτής/τρια τοποθετείται ως ένας/μία αποστασιοποιημένος/η και αντικειμενικός/η παρατηρητής/τρια, αναπαράγοντας έτσι μια παραδοσιακή αντίληψη περί κλινικής ουδετερότητας. (περισσότερα…)
«Μα τότε… τι επιτρέπεται στον θεραπευτή να κάνει;»
Η ερώτηση ήρθε προς το τέλος μιας εποπτικής συζήτησης.
Είχαμε περάσει αρκετή ώρα κοιτάζοντας ένα απόσπασμα από μια θεραπευτική συνομιλία που έφερε η εποπτευόμενη. Η θεραπεύτρια προσπαθούσε με μεγάλη προσοχή να παραμένει αποκεντρωμένη: να μην προτρέχει σε ερμηνείες, να μην υποθέτει ότι γνώριζε ήδη τι σήμαιναν τα λόγια του ανθρώπου απέναντί της, να επιστρέφει σε εκείνον για να ελέγξει αν αυτό που εξερευνούσαν παρέμενε σημαντικό για τον ίδιο. Οι ερωτήσεις της οικοδομούνταν πάνω στην προηγούμενη απάντηση του ανθρώπου, χτίζοντας πάνω στις λέξεις, τις εικόνες και τις μεταφορές που έφερνε εκείνος στη συζήτηση.
Κι όμως, κάποια στιγμή μέσα στη συζήτησή μας εμφανίστηκε μια αμηχανία.
«Αν δεν είμαι εγώ αυτή που θα πει τι είναι σωστό ή λάθος, και αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ο ειδικός στη ζωή του, τότε πού σταματάει αυτό;» ρώτησε. «Μπορεί τελικά να σημαίνει ότι όλα είναι αποδεκτά; Ότι όλα είναι απλώς διαφορετικές οπτικές;»
Η ερώτηση αυτή δεν μου είναι άγνωστη.
Την έχω συναντήσει ξανά και ξανά στις εποπτείες μου, άλλοτε διατυπωμένη τόσο άμεσα και άλλοτε να εμφανίζεται μέσα από πιο τεχνικά ερωτήματα: Ήταν αυτή η ερώτηση αρκετά αφηγηματική; Ήμουν πολύ κατευθυντική; Επιτρέπεται στον θεραπευτή να πάρει θέση; Πώς μπορώ να είμαι επιδραστική χωρίς να γίνω κεντρική;(περισσότερα…)
Είναι ένα απόγευμα σε μια συνεδρία με μια θεραπεύτρια που συνεργαζόμαστε στα πλαίσια της εποπτείας. Έχουμε μόλις ανοίξει μπροστά μας ένα απόσπασμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας που ειχε κάνει την προηγούμενη μέρα και το διατρέχουμε ξανά αργά, σταματώντας εδώ κι εκεί. Στην οθόνη εναλλάσσονται οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις. Η μία οδηγεί στην επόμενη, η επόμενη ανοίγει έναν ακόμη αφηγηματικό χάρτη, κι εμείς συνεχίζουμε. Καθώς παρακολουθώ τη θεραπεύτρια να κινείται μέσα στη συνομιλία, αρχίζω να βλέπω μια σχεδόν χαραγμένη διαδρομή: ερώτηση, απάντηση, επόμενη ερώτηση-απάντηση. Οι αφηγηματικοί χάρτες διασχίζονται από πάνω προς τα κάτω, από το ένα σημείο στο επόμενο, και κάπως έτσι η αφήγηση κινείται γραμμικά, χωρίς απαραίτητα να ανοίγει περισσότερο χώρο για τον άνθρωπο να εμπλακεί με την ίδια του την εμπειρία.
Τι επιπτώσεις έχει όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν στη θεραπευτική κουβέντα κάνοντας narrating αντί για engaging;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
Αυτές οι στιγμές με έχουν οδηγήσει να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να σημαίνει να μετακινηθούμε από μια μεθοδολογική προσέγγιση των αφηγηματικών χαρτών και πρακτικών προς πολλαπλούς άλλους τρόπους να συμμετέχουμε στη συν-έρευνα, από μια φεμινιστική, ηθική και anti-oppressive τοποθέτηση.
Από αυτή την αναζήτηση άρχισε να παίρνει για μένα μορφή μια πρακτική που αποκαλώ staying with.(περισσότερα…)
Δύο γυναίκες με διαφορετικές ιστορίες θηλασμού και μια κουρτίνα ανάμεσά μας
Λίγες μόλις ημέρες μετά τη γέννηση του γιου μου, ξύπνησα ένα πρωί στο μαιευτήριο από το κλάμα μιας γυναίκας στο διπλανό δωμάτιο. Ήταν μια νέα μητέρα, όπως κι εγώ. Το μωρό της δυσκολευόταν να θηλάσει και οι μαίες μπαινόβγαιναν ολονυκτίς στο δωμάτιό της για να βοηθήσουν.
Κι εγώ μόλις είχα αρχίσει να εξερευνώ αυτή τη νέα πραγματικότητα που είχε ανοίξει μπροστά μου. Προσπαθούσα ακόμη να γνωρίσω το καινούργιο μου σώμα, το μωρό μου και αυτόν τον παράξενο, καινούργιο κόσμο όπου, ξαφνικά, τόσο μεγάλο μέρος της καθημερινότητας έμοιαζε να περιστρέφεται γύρω από το τάισμα.
Ο θηλασμός, για μένα, είχε έρθει μάλλον απρόσμενα εύκολα. Με τη διακριτική καθοδήγηση από τις μαίες, ο γιος μου κι εγώ αρχίζαμε σιγά-σιγά να επινοούμε τα κοινά μας πατήματα, μέσα από τις μικρές, καθημερινές μας δοκιμές.
Βίωνα τον θηλασμό με χαρά, ως τόπο συνάντησης και γνωριμίας με τον μικρό αυτό ανθρωπάκο. Μου άρεσε η εγγύτητα που δημιουργούσε. Υπήρχε κάτι ταυτόχρονα απλό και σχεδόν θαυμαστό στην εμπειρία ότι το σώμα μου μπορούσε να γίνει ένας χώρος φιλοξενίας για ένα καινούργιο δεσμό που έβρισκε τον τρόπο να αναπτυχθεί.
Ακούγοντας όμως εκείνη τη γυναίκα να κλαίει, σκέφτηκα πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώνεται η ίδια εμπειρία από μια άλλη μητέρα. Για εκείνη, εκείνη τη στιγμή, ο θηλασμός δεν ήταν ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης με το μωρό της. Είχε γίνει πηγή αγωνίας και αμφιβολίας. Με έκανε να αναλογιστώ πώς, μαζί με τη γέννηση ενός παιδιού, μπορεί κάποιες φορές να κάνει την εμφάνισή της και μια βαθιά αίσθηση ανεπάρκειας. Η επίμονη υποψία ότι δεν ανταποκρινόμαστε όπως θα έπρεπε, ότι δεν τα καταφέρνουμε, ότι αποτυγχάνουμε ήδη στον ρόλο που μόλις αρχίσαμε να αναλαμβάνουμε.
Έτσι, τράβηξα διακριτικά την κουρτίνα που χώριζε τα κρεβάτια μας.
I have been noticing the quiet these days. My body is nine months pregnant, moving in ways that insist on slowing down, on withdrawing from the expectations of productivity, of neat schedules, of linear time. I recently returned from a stretch in nature, and the forest, the waterfalls, the breeze, the smell of wet earth, the birds and snakes and the gentle sway of trees reminded me that time is not only linear, neither universal and that movement is never only human.
There was a moment on that trip—I was sitting near a river. Not doing very much. Or… not doing very much in the ways I have been taught to recognise as “doing”. Water moving. Wind passing through trees. Something shifting in the periphery—maybe a squirrel, maybe just imagination. And there was a pause. Not the kind that sits between things. But the kind that generates on its own pace noticings that invites me to take care with ideas of embodied meanings.
In this slowing, in this immersion, I found myself thinking about my supervision practice, about the spaces I hold for others, and the ethical, political, and relational work that those spaces make possible.
In a recent workshop I facilitated, I had shared with practitioners a transcript from a therapeutic conversation with a person who had come for consultation. It was in the middle of this shared reading that someone asked me how I position myself in moments of pause.
The question landed, and I noticed myself resisting the tendency to offer a clear-cut answer. Not because I had nothing to share, but because the momentum of the group conversation seemed to invite something slower – a pause that asked for attention rather than explanation. I remember the room in that moment. The slight shuffle of chairs settling. A pen being placed back on the table. Someone shifting their weight. Eyes turning toward me, expectant but not urgent. The air did not feel empty. It felt full. As though the question had taken up space between us and was asking to be noticed before being spoken to. I could feel the familiar pull of “therapeutic authority” to respond – to offer clarity, to guide, to fill the silence with structured or linear ways of making sense. And at the same time, another pull in the opposite direction. To pause. To stay with what had just arrived. The question did not feel like it wanted an expert-driven answer. It felt like it wanted something slower than a response shaped by dominant hierarchal forces. Something closer to noticing and deconstruction.
I want to invite you into something slightly unusual (and a little bit messy).
I’m in the middle of writing a book.
Well… trying to.
It grows out of 15 years of facilitating supervision conversations, workshops, and therapeutic conversations where narrative ideas are tested, stretched, questioned, and lived in practice. The book is shaped by what unfolds in these rooms with practitioners and with people consulting me, alongside decolonial feminist co-research, narrative ethics, and all the behind-the-scenes thinking that quietly influences therapeutic conversations but rarely gets spoken about out loud.
Ο άγραφος κανόνας της αναμονής
Αυτή την περίοδο είμαι έγκυος. Παράλληλα, στην επαγγελματική μου ζωή, στέκομαι δίπλα σε μητέρες, σε έγκυες γυναίκες, αλλά και σε γυναίκες που διερωτώνται αν, πότε και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν να πλησιάσουν το κατώφλι της μητρότητας. Καθώς κινούμαι ανάμεσα σε αυτές τις προσωπικές και επαγγελματικές θέσεις, επανέρχεται ένα ερώτημα γνώριμο σε πολλές από τις γυναίκες που μου εμπιστεύονται τις ιστορίες τους: πότε είναι η «σωστή» στιγμή να ανακοινώσει κανείς μια εγκυμοσύνη;
Closeup photo of beautiful, vibrant red eucalyptus blossom and green leaves growing on a tree
Τον όρο μη-εξαγωγικό (non-extractive) τον κουβαλώ μέσα στην πρακτική μου όχι ως θεωρητική ιδέα, αλλά ως μια ηθική και πολιτική στάση, ριζωμένη στη δική μου σχέση με τον φεμινισμό και τις αποαποικιοκρατικές πρακτικές. Για μένα, το μη-εξαγωγικό μιλάει για μια βαθιά δυσανεξία απέναντι στις λογικές που αντιλαμβάνονται τη γη, τα σώματα, τις γνώσεις και τις εμπειρίες ως πηγές προς εκμετάλλευση.
Έχω ζήσει στο σώμα μου τι σημαίνει να μετριέται η αξία σου με βάση το τι μπορεί να “παρθεί” από αυτό. Και έτσι, επιθυμώ οι θεραπευτικές μου σχέσεις να γίνονται τόποι όπου αυτή η λογική αντιστρέφεται· όχι χώροι εξόρυξης, αλλά χώροι συν-δημιουργίας.
Από τη συλλογή πληροφοριών στη συν-έρευνα
Δεν αντιμετωπίζω τις ιστορίες, τις λέξεις ή τις εμπειρίες των ανθρώπων ως “πόρους” πάνω στους οποίους μπορώ να οικοδομήσω κάτι. Αντίθετα, προσπαθώ να παραμένω σε σχέση με την ιδέα ότι αυτές ανήκουν σε εκείνους που τις φέρουν.
Ο ρόλος μου δεν είναι να συλλέγω, αλλά να συν-ερευνώ· να περπατώ δίπλα στους ανθρώπους στις προσπάθειές τους να δώσουν νόημα στις εμπειρίες τους.
Αυτή η συν-έρευνα δεν είναι μια διαδικασία συλλογής δεδομένων, ούτε ψυχο-εκπαίδευση. Αντίθετα, σηματοδοτεί μια μετατόπιση — από την ενσυναίσθηση προς μια μορφή «εθνογραφίας», με την πρόθεση, δηλαδή, αντί να ασκώ την πρακτική μου «πάνω» στον άνθρωπο να στέκομαι «δίπλα» του ως συνοδοιπόρος στις προσπάθειες νοηματοδότησης.
Ίσως ενσυναίσθηση δεν είναι τόσο το να προσπαθούμε να μπούμε στα παπούτσια του άλλου, όσο το να αναγνωρίζουμε τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε — και να μένουμε σε επίγνωση των προνομίων και της δύναμης που αντλούμε από τη δική μας κοινωνική θέση, καθώς και πώς αυτό διαμορφώνει τις υποθέσεις που κάνουμε για τις εμπειρίες των άλλων. Μέρος της ευθύνης που αναλαμβάνω ως θεραπεύτρια είναι να κάνω ορατές στην θεραπευτική συζήτηση αυτές τις υποθέσεις δίνοντας χώρο στον άνθρωπο να τις αξιολογήσει με βάση τις δικές του κατανοήσεις και νοήματα.
Οι ερωτήσεις μου στις θεραπευτικές συνομιλίες γεννιούνται με την πρόθεση να ανοίξουν χώρο για νέες εμπειρίες, όχι για να συλλέξω πληροφορίες, να συναισθανθώ, να ερμηνεύσω ή να εξαγάγω συμπεράσματα μέσα από μια θέση «ειδικούς» στη ζωή των προσερχόμενων στην θεραπεία.
Ας «χαθούμε» μαζί
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, θεραπεύτρια και θεραπευόμενα δεν υπάρχουμε ως πλήρως αυτόνομα ή πλήρως συγχωνευμένα όντα· κινούμαστε σε έναν ενδιάμεσο, ρευστό χώρο.
Με ενδιαφέρει να δημιουργούνται συνθήκες ασφάλειας που επιτρέπουν να “χαθούμε” σε μια πορεία εμπρόθετης συνέρευνας· να μην γνωρίζουμε εκ των προτέρων, αλλά να προχωρούμε μέσα στην αβεβαιότητα. Εκεί, στο άγνωστο, συχνά αναδύεται το απρόβλεπτο, το ανοίκειο — και μαζί του, η ζωντανή δυνατότητα για κάτι νέο.
Οι θεραπευτικές αυτές συνομιλίες μοιάζουν περισσότερο με μια μορφή δημιουργικού αποπροσανατολισμού παρά με τη χάραξη μιας προ-αποφασισμένης πορείας. Με συγκινούν βαθιά οι δυνατότητες που βλέπω καθημερινά να αναδύονται όταν επιλέγουμε να παραμένουμε μαζί σε αυτή την ακαθόριστη κίνηση και την αποφασιστική συνύπαρξη.
Η αντίσταση στη λογική της εξόρυξης στην ίδια την κοινότητα των θεραπευτών
Αυτές οι σκέψεις και πρακτικές αναδύθηκαν ιδιαίτερα μέσα από τα εργαστήρια που συντονίζω με θεραπευτές, όπου μαζί διερευνούμε πώς αντιστεκόμαστε στις κυρίαρχες ιδέες της κλινικής κουλτούρας και του επαγγελματισμού.
Ξέρω πως ούτε εμείς οι θεραπευτές είμαστε έξω από τα ίδια συστήματα που μας ωθούν να υπάρχουμε με όρους παραγωγικότητας, αποδοτικότητας και “σωτηρίας”. Η βιομηχανία της ψυχικής υγείας λειτουργεί μέσα στη λογική της εξαγωγής· αποσπά την εργασία μας, την προσοχή μας, τις ενσώματες γνώσεις και εμπειρίες μας, μετατρέποντάς τα σε μετρήσιμες αξίες.
Μόνο τότε μάς παραχωρεί κύρος, αναγνώριση ή στήριξη. Αυτό είναι ένα βάρος που κουβαλώ συνειδητά. Και γι’ αυτό, όλο και περισσότερο αναγνωρίζω τη διάκριση ανάμεσα στη βιομηχανία της ψυχικής υγείας και στις κοινότητες μέσα στις οποίες συναντώ ανθρώπους. Οι δεύτερες με μαθαίνουν άλλους ρυθμούς συνύπαρξης· ρυθμούς αντίστασης απέναντι σε μια κουλτούρα επιτάχυνσης που αποσπά τη ζωή από τα σώματα και τις σχέσεις.
Τί μπορει να προσφέρει η Αφηγηματική θεραπεία
Η προσέγγιση του να «μένω μαζί» με τον άνθρωπο στην κλιμάκωση της συν-έρευνας — από μια θέση αποκεντρωμένη, αλλά επιδραστική — είναι για μένα μια ριζοσπαστική επιλογή πολιτικής ανυπακοής. Είναι μια πράξη αντίστασης στον αποικιοποιημένο χρόνο, στις πιέσεις για αποτελεσματικότητα, στις επιταγές να “παράγω” θεραπεία.
Είναι μια υπενθύμιση πως η θεραπεία δεν είναι χώρος σωτηρίας, αλλά ένας χώρος συνεργατικής μετακίνησης — από το γνωστό και οικείο προς αυτό που γίνεται δυνατό. Μια μετακίνηση από το είμαστε στο γινόμαστε.
Σε ένα νεοσύστατο σύστημα τεχνοκρατικής φεουδαρχίας που μας θέλει να αντιδρούμε με scroll σε βίντεο 15 δευτερολέπτων, η αφηγηματική θεραπεία μπορεί να σταθεί ως πράξη αντίστασης. Με συγκινεί να συνοδεύω τους ανθρώπους στη μετάβαση από την εξάντληση στη φαντασία και στην προτιμώμενη δράση· να γίνομαι μάρτυρας του τρόπου που επιλέγουν να κατοικήσουν τον χρόνο διαφορετικά.
Μέσα στα ερείπια του νεοφιλελευθερισμού, δεν φαντασιώνομαι τον ρόλο μας ως θεραπευτριών που «θεραπεύουν», αλλά ως συμμετεχουσών σε πράξεις φαντασίας. Αυτό σημαίνει επίσης, αναζήτηση κοινοτικών αφηγήσεων αλληλεγγύης και συλλογικής δημιουργικότητας.
Γιατί η φαντασία κατά την γνώμη μου, όπως τη βιώνω στην θεραπευτική μου πρακτική, αποτελεί τον λιγότερο αποικιοποιημένο τόπο της εμπειρίας μας (ευτυχώς!). Εκεί συνεχίζουμε να συν-κατασκευάζουμε νόημα μέσα στην αργή, ενσώματη, σχεσιακή και μη-εξαγωγική κίνηση της συν-έρευνας.
Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης
Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.
Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.