Ο μύθος του «επικίνδυνου τρελού»

Ο

Η παραπομπή στη βία και την εγκληματικότητα είναι το πιο χαρακτηριστικό πλαίσιο στο οποίο εντοπίζεται η κατηγοριοποίηση του φαινομένου της τρέλας, ως ψυχικής ασθένειας, στις συλλογικές αναπαραστάσεις του κοινού.

Μέσα από την μακροχρόνια προσπάθεια της ανθρώπινης σκέψης να κατανοήσει το ζήτημα της παραφροσύνης αναδύεται μια εξελικτική μυθολογία που ανάγει την εικόνα του τρελού σε ένα εγκληματικό, απρόβλεπτο και επίφοβο άτομο.

Αυτή η αρνητική και απορριπτική στάση του κοινού, που παρατηρείται στις μέρες μας, είναι βαθιά ριζωμένη στην συλλογική συνείδηση, ως αποτέλεσμα διαδικασιών μάθησης της πρώτης ήδη παιδικής ηλικίας αλλά και της δημόσιας εικόνας της τρέλας όπως αυτή δομείται μέσω των ΜΜΕ.

Ο χαρακτηριζόμενος από πολλούς, «ψυχικά ασθενής» υποβάλλεται, σε διάφορες μορφές άτυπου κοινωνικού στιγματισμού και του αποδίδονται μια σειρά από χαρακτηριστικά τα οποία συνδέονται με τα παραδοσιακά στερεότυπα, που βεβαιώνουν ότι ο τρελός είναι ο κακός, ο επικίνδυνος, ο δράκος ή ο δαιμονισμένος.

Ενδεικτική είναι η δραματοποίηση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και κυρίως από την τηλεόραση, των εγκλημάτων εκείνων που οι δράστες τους έχουν θεωρηθεί ψυχικά ασθενείς. Η απεικόνιση του ζητήματος, διαθέτει ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν «εγγυημένη συνταγή» για την προσδοκώμενη απήχηση της είδησης.

Έτσι, οι αναπαραγόμενες εικόνες της ψυχικής ασθένειας είναι αρνητικά φορτισμένες, καθώς εκτός της αναφοράς της στο πλαίσιο της βίαιης ή εγκληματικής συμπεριφοράς, συχνά αναφέρονται στην ευαλωτότητα των ψυχικά ασθενών, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, και τον υποβιβασμό της ποιότητας της ζωής τους.

Με λίγα λόγια, η παρουσίαση της ψυχικής ασθένειας, όταν δεν πραγματοποιείται σε πλαίσιο τρομολαγνείας, γίνεται μελόδραμα, η εικόνα του «τρελού» δίνεται με τρόπο που, όταν δεν προκαλεί το φόβο και την απέχθεια, προκαλεί τον οίκτο και τη λύπη.

Αυτές οι μελοδραματικές προσεγγίσεις της ψυχικής ασθένειας, καθιστώντας τους τρελούς, αντικείμενα του οίκτου της κοινής γνώμης εξυπηρετούν την ανάγκη εμπορικότητας της είδησης και συμβάλλουν στην δημιουργία μιας αλλοιωμένης εικόνας.

Είναι γεγονός ότι για οποιαδήποτε συνειδητή ανθρώπινη συμπεριφορά ενός έλλογου ατόμου, η κοινή γνώμη φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη επαρκών κινήτρων που την καθορίζουν. Πρόκειται για μια κοινώς αποδεκτή και αυτονόητη παραδοχή που δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Στην περίπτωση του τρελού όμως, παρατηρείται μια χαρακτηριστική απόκλιση από την συλλογιστική αυτή.

Οι πράξεις του παράφρονα και πιο συγκεκριμένα οι εγκληματικές του ενέργειες, θεωρούνται «αναίτιες» και «ακατανόητες» ,κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσαν να εκδηλωθούν αιφνίδια και απρόβλεπτα οποιαδήποτε στιγμή, δίχως να παίζουν ρόλο άλλοι παράγοντες ψυχοπιεστικοί, συναισθηματικοί, περιβαλλοντικοί, οικονομικής φύσεως.

Από την στιγμή που ο τρελός στερείται τα κίνητρα των πράξεών του, δημιουργείται στην κοινή γνώμη η εντύπωση ότι οποιοσδήποτε αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, κάποια στιγμή θα προβεί σε ποινικά κολάσιμες ενέργειες.

Είναι σαφές ότι το στερεότυπο της επικινδυνότητας του τρελού πρυτανεύει όχι μόνο στις αντιλήψεις του πλατύ κοινού αλλά και στην λεγόμενη επιστημονική σκέψη. Αυτό το στέρεα θεμελιωμένο πρότυπο στις συλλογικές αναπαραστάσεις των ειδικών, καθορίζει και την πολιτική χάραξης της ψυχικής υγείας.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία στην Ελλάδα, ένα άτομο χαρακτηρισμένο ως ψυχικά ασθενής, μπορεί να εξαναγκαστεί να εισαχθεί σε ψυχιατρικό κατάστημα, εξαιτίας της πιθανολογούμενης επικινδυνότητάς του.

Βέβαια ο ακούσιος εγκλεισμός εξαρτάται από την υποκειμενική και πολλές φορές αυθαίρετη κρίση ψυχιάτρων, συγγενών ή άλλων δικαστικών και αστυνομικών αρχών που κρίνουν ότι το άτομο θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για τον εαυτό του και τους άλλους.

Η σωφρονιστική αναγκαιότητα υποτίθεται ότι διαφοροποιείται από την καθαρά τιμωρητική ποινή προς τον ακαταλόγιστο εγκληματία, καθώς αποτελεί θεραπευτική διαδικασία.

Ωστόσο το γεγονός ότι οι έγκλειστοι κρατούνται σε ειδικό τμήμα κρατουμένων, κάτω από συνθήκες αυστηρής απομόνωσης, για ένα αόριστο χρονικό διάστημα που μπορεί να είναι και ισόβιο, εγείρει προβληματιμούς όσον αφορά την στέρηση της ελευθερίας τους και την απαξίωση όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διατηρούν οι κοινοί κατάδικοι.

Η θεώρηση του τρελού ως επικίνδυνου, η κατασκευή και η επιβίωση του συγκεκριμένου μύθου εξυπηρετεί την διατήρηση τόσο της κοινωνικής όσο και της ψυχικής ομοιόστασης των ανθρώπων. Η κοινωνία της εποχής μας, φαίνεται να διακατέχεται από έναν αρχέγονο φόβο, που εκφράζεται ως συναισθηματικό κατάλοιπο προγενέστερων εποχών και απορρίπτει στο περιθώριο οτιδήποτε καθορίζεται από έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης.

Συγκεκριμένα, η ταύτιση της βίας με την τρέλα, οδηγεί σε μια αποδυνάμωση του λόγου του τρελού, ο οποίος αντιστέκεται στις ομαλοποιητικές τεχνικές της κοινωνίας. Έτσι σε ένα ασυνείδητο συλλογικό επίπεδο ο μύθος του επικίνδυνου τρελού επικυρώνει την φυσιολογικότητα και την νομιμότητα της ευρύτερης κοινωνικής ομάδας.

Παράλληλα η επικινδυνότητα προβάλλει ως ένα κατεξοχήν ενδοατομικό φαινόμενο, ένα σταθερό και εύκολα αναγνωρίσιμο γνώρισμα της προσωπικότητας, κάτι που οδηγεί στην υποβάθμιση του ρόλου που παίζουν οι περιστασιακοί, περιβαλλοντικοί παράγοντες.

Έτσι, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των όψεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της συνολικής προσωπικότητας, το άτομο αποτελεί την μοναδική ερμηνευτική πηγή της επικίνδυνης συμπεριφοράς.

Αξιοσημείωτο είναι, ότι η έννοια της επικινδυνότητας δεν αποτελεί μια αντικειμενική οντότητα, αλλά μια κοινωνική κατασκευή, συνεπώς η δυνατότητα πρόβλεψης, με βάση τα ατομικά χαρακτηριστικά, που στηρίζει την έννοια της επικινδυνότητας κρίνεται αβάσιμη.

Άλλωστε το παράλογο δεν αποτελεί στοιχείο μιας παθολογικής μειονότητας αλλά «δυνάμει» στοιχεία του καθενός. Μέσα στα πλαίσια της υιοθέτησης του «θετικιστικού παραδείγματος» , η αναγωγή της τρέλας και της επικινδυνότητας σε αυθύπαρκτα «δεδομένα», συγκαλύπτει την σημασία της καθοριστικής παρέμβασης των ιδεολογικο-πολιτικών μεταβλητών.

Στην ουσία όμως καθένας από εμάς θα μπορούσε να θεωρηθεί τρελός και εν δυνάμει βίαιος. Γίνεται κατανοητό πως η απειλή της τρέλας, είναι προϊόν αξιολόγησης της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης και της επιστημονικής κοινότητας που έχει την εξουσία να αποφασίζει ποιος είναι επικίνδυνος και ποιος όχι.

Η τάση αναγωγής της βίας στο επίπεδο της παθολογίας νομιμοποιεί την άσκηση κοινωνικού ελέγχου και την εξουδετέρωση μιας κατηγορίας ατόμων που θα χαρακτηριστούν από την εξουσία ως επικίνδυνα.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως η ψυχιατρικοποίηση της εγκληματικότητας αφαιρεί από την βία την κοινωνική της διάσταση και την μεταποιεί σε ανιστόρητο φαινόμενο ενισχύοντας την ανάγκη λήψης κατασταλτικών μέτρων εναντίον των ατόμων που θα χαρακτηριστούν επικίνδυνοι.

Παράλληλα ο μύθος της απρόβλεπτης και απειλητικής προσωπικότητας που είναι ικανής οποιαδήποτε στιγμή να εκδηλώσει μια βίαιη συμπεριφορά, καλλιεργείται στις συλλογικές αναπαραστάσεις με την επιστημονική εδραίωση της ιδιοτυπίας του τρελού και την αντίστοιχη αναπαραγωγή από τα ΜΜΕ, τροφοδοτώντας το κοινό με πανικό.

Ως αποτέλεσμα της κατάστασης προκύπτει η δικαιολόγηση εκ μέρους του ευρύ κοινού της μαζικής παρέμβασης του ποινικού συστήματος στην καθημερινότητά μας, καθώς η έννομη τάξη προσλαμβάνεται ως προστατευτική δομή.

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Μπορείτε να την βρείτε και στο: