Αποκεντρωμένη και επιδραστική: θέση ή (μετα)κίνηση(εις);

Α

Στην εποπτική μου δουλειά συναντώ συχνά θεραπευτές που περιγράφουν την αφηγηματική τους πρακτική μέσα από την επιδίωξη να παραμένουν decentred. Κάποιες φορές, μάλιστα, η αποκέντρωση φαίνεται να έχει αποκτήσει τόσο κεντρική θέση στον τρόπο με τον οποίο κατανοούν την αφηγηματική θεραπεία, ώστε οι δύο έννοιες σχεδόν να ταυτίζονται- η αφηγηματική πρακτική ως μια πρακτική αποκέντρωσης, και η αποκέντρωση ως η κατεξοχήν ηθική της.

Αυτό εξακολουθεί να με εκπλήσσει.

Ίσως επειδή, για πολλά χρόνια, η δική μου κατανόηση της αφηγηματικής πρακτικής είχε οργανωθεί γύρω από μια διαφορετική σύνδεση. Tο decentred δεν μπορούσε, για μένα, να αποσυνδεθεί από το influential. Έτσι είχα κατανοήσει τη διδασκαλία του Michael White. Η αποκέντρωση δεν σήμαινε την απόσυρση του/της θεραπευτή/τριας από τη θεραπευτική συζήτηση, αντιθέτως αναγνωρίζει την ευθύνη της επιρροής του/της και σηματοδοτεί την εύρεση πρακτικών λογοδοσίας.

Με αυτή την έννοια, η περιγραφή της αφηγηματικής πρακτικής απλώς ως «αποκεντρωμένης» μου φαινόταν πάντοτε κάπως ελλιπής και, ενδεχομένως, ευάλωτη στην παρερμηνεία ότι ο/η αφηγηματικός/ή θεραπευτής/τρια τοποθετείται ως ένας/μία αποστασιοποιημένος/η και αντικειμενικός/η παρατηρητής/τρια, αναπαράγοντας έτσι μια παραδοσιακή αντίληψη περί κλινικής ουδετερότητας.

Ακριβώς αυτή η σύνδεση ανάμεσα στο decentred και το influential άρχισε, ωστόσο, να αποκτά για μένα διαφορετικό βάρος μέσα από τον τρόπο με τον οποίο παρατηρούσα τη δουλειά του ίδιου του Michael White. Μελετώντας, μέσα στα χρόνια, transcripts και βίντεο από τις θεραπευτικές του συνομιλίες, άρχισα να προσέχω στιγμές κατά τις οποίες η συμμετοχή του φαινόταν να κινείται προς το περισσότερο influential/centred άκρο του continuum.

Η παρατήρηση, λοιπόν, ότι και ο ίδιος ο White μετακινούνταν μέσα στις θεραπευτικές του συνομιλίες- άλλοτε περισσότερο προς την αποκέντρωση και άλλοτε προς μια πιο ενεργή μορφή συμμετοχής- έστρεψε το ενδιαφέρον μου στην ίδια την δυναμική που αναπτύσσεται ανάμεσα στο decentred και το influential.

Επέστρεφα ξανά και κανά στα transcripts για να παρατηρήσω τι συνέβαινε στη θεραπευτική συνομιλία εκείνη τη στιγμή. Τι είχε προηγηθεί; Τι μπορεί να επηρέαζε τις προθέσεις του White; Σε τι ίσως αντιστεκόταν; Τι ήταν αυτό για το οποίο προσπαθούσε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός; Τί κατέστησε δυνατό αυτή η στάση/πρακτική εκείνη την στιγμή στην θεραπευτική κουβέντα; Τι απαιτούσε, ενδεχομένως, η συγκεκριμένη στιγμή από την συμμετοχή του;

Σταδιακά, αυτές οι ερωτήσεις μετακινήθηκαν από την παρατήρηση της δουλειάς του White στην παρατήρηση της δικής μου.

Όταν, σε μια θεραπευτική συνομιλία, παρατηρώ την εαυτή μου να γίνεται περισσότερο ορατή μέσα από την θέση που καταλαμβάνω στην θεραπευτική συζήτηση, εμφανίζεται καμιά φορά- ειδικά τα πρώτα χρόνια της πρακτικής μου- μια γνώριμη εσωτερική φωνή. Μια φωνή που ρωτούσε, « Ήμουν αρκετά αποκεντρωμένη;», «Μήπως έγινα κατευθυντική»;

Με ενδιαφέρει αυτή η φωνή ακριβώς επειδή είναι τόσο πειστική. Θα μπορούσε εύκολα να γίνει ο εσωτερικός κριτής της πρακτικής μου, να με οδηγήσει πίσω στη θεραπευτική συνομιλία αναζητώντας το σημείο στο οποίο «έκανα λάθος» και να μετατρέψει το decentred and influential σε ένα ακόμη κριτήριο αξιολόγησης και μέτρο αποτυχίας.

Με τα χρόνια όμως, έμαθα ότι προτιμώ να την αντιμετωπίζω και αυτή ως αντικείμενο διερεύνησης.

Αντί να επιστρέφω στη συνομιλία για να εντοπίσω πού απέτυχα να είμαι αρκετά αποκεντρωμένη, με ενδιαφέρει να επιστρέψω για να μελετήσω τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Τι είχε αναδυθεί, τι με είχε αγγίξει ή κινητοποιήσει, τι είχα παρατηρήσει, ποιες δυνατότητες προσπαθούσα να ανοίξω και ποιες ίσως έκλεινα χωρίς να το αντιλαμβάνομαι ακόμη.

Με τον καιρό, άρχισα να αναγνωρίζω αυτή τη φωνή και στην εποπτική μου πρακτική. Δεν είναι δική μου αποκλειστικότητα. Την έχω συναντήσει σε διαφορετικές μορφές στους/στις θεραπευτές/τριες που εποπτεύω: άλλοτε ως την επίμονη ερώτηση «ήταν αρκετά αφηγηματικό αυτό;», άλλοτε ως μια εσωτερική βαθμολογία της πρακτικής και άλλοτε ως την αίσθηση ενός αόρατου επόπτη που κρατά σημειώσεις για το κατά πόσο η θεραπευτική τους πρακτική ανταποκρίνεται σε ένα άρρητο πρότυπο.

Και κάπου εδώ αρχίζει, για μένα, μια διαφορετική ερώτηση. Τι θα γινόταν αν, αντί να υπακούμε σε αυτή τη φωνή, ενεργοποιούσαμε την περιέργειά μας για αυτήν; Τι θα γινόταν αν, αντί να ρωτούμε αν μια θεραπευτική κίνηση ήταν αρκετά αποκεντρωμένη, επιστρέφαμε στη συνομιλία για να κατανοήσουμε τι είδους συμμετοχή απαιτούσε εκείνη τη στιγμή;

Αυτή η μετατόπιση- από την αξιολόγηση της θέσης μας στη διερεύνηση της επιλογής μας- είναι, για μένα, σημαντικό μέρος του τρόπου με τον οποίο έχω αρχίσει να κατανοώ το decentred and influential.

Η περιγραφή του decentred and influential μπορεί να ιδωθεί ως μια απάντηση σε ένα φαινομενικά δυσεπίλυτο ηθικό ερώτημα. Πώς μπορούμε να αποφεύγουμε την επιβολή κανονιστικών κρίσεων στη θεραπευτική συζήτηση, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η συμμετοχή μας σε αυτήν δεν μπορεί να είναι ουδέτερη;

Ο Michael White περιγράφει τη θέση του decentred and influential ως έναν τρόπο με τον οποίο ο/η θεραπευτής/τρια μπορεί να συμμετέχει ενεργά στη θεραπευτική συζήτηση χωρίς να καταλαμβάνει μια ιεραρχική θέση γνώσης. Η αποκέντρωση δεν σημαίνει παραίτηση από την επιρροή. Σημαίνει, περισσότερο, ότι η γνώση, οι αξίες, οι προτιμήσεις, οι δεξιότητες και οι προθέσεις του ανθρώπου που συμβουλεύεται τον/την θεραπευτή/τρια παραμένουν στο επίκεντρο, ενώ η επιδραστικότητα αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο/η θεραπευτής/τρια συμβάλλει στη δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες μπορούν να αναπτυχθούν νέες δυνατότητες νοηματοδότησης και δράσης.

Έχω αρχίσει, ωστόσο, να αντιλαμβάνομαι το decentred and influential ως κάτι ευρύτερο από μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο/η θεραπευτής/τρια ισορροπεί ανάμεσα στην αποκέντρωση και την επιδραστικότητα. Δεν το κατανοώ ως ένα δυαδικό σχήμα, στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο διακριτές θέσεις, ούτε ως ένα συνεχές πάνω στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε τον εαυτό μας σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια σταθερή στάση προς κατάκτηση, ικανή να λειτουργήσει ως «εγγύηση» μιας επαρκούς θεραπευτικής πρακτικής.

Περισσότερο, το αντιλαμβάνομαι ως μια κεντρική κατευθυντήρια αρχή για τον τρόπο με τον οποίο ο/η θεραπευτής/τρια τοποθετεί και επανατοποθετεί τον/την εαυτό/ή του/της σε σχέση με τον άνθρωπο, την οικογένεια, το πρόβλημα, τη γλώσσα, τις ιστορίες που φέρνει η θεραπευτική συζήτηση και το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές έχουν συγκροτηθεί. Το deceterend and influential, για μένα, συνδέεται βαθιά με την «ηθική της συνεργασίας» (ethic of collaboration), τη συν-έρευνα (co-research) και, βέβαια, με τις πολιτικές της δύναμης που διαμορφώνουν τη θεραπευτική σχέση.

Αυτή η κατανόηση μετατοπίζει, για εμένα, την έμφαση από τη θέση στην κίνηση. Από το πού «βρίσκεται» ο/η θεραπευτής/τρια στο πώς μετακινείται μέσα στη θεραπευτική συζήτηση. Η θέση από την οποία συμμετέχουμε δεν είναι δεδομένη πριν από τη συνάντηση. Διαμορφώνεται μέσα σε αυτήν και επαναδιαμορφώνεται καθώς μεταβάλλονται όσα αναδύονται στη συν-έρευνα.

Μπορεί να εισέλθω σε μια συνομιλία με την πρόθεση να παραμείνω αποκεντρωμένη και, ωστόσο, αυτό που αναδύεται μεταξύ μας να απαιτεί μια πιο ενεργή ανταπόκριση. Η προσφορά μιας γραμμής διερεύνησης (line of inquiry) που φέρνει στο προσκήνιο μια λιγότερο διαθέσιμη ιστορία ή μια πιο άμεση πρόσκληση να κατονομαστούν οι σχέσεις δύναμης που διατρέχουν την εμπειρία. Σε μια άλλη στιγμή, μπορεί να αντιληφθώ ότι η δική μου ανταπόκριση έχει αρχίσει να γίνεται κατευθυντική- ότι η βεβαιότητά μου προηγείται της διερεύνησης ή ότι η δική μου γλώσσα, ερμηνεία ή πρόθεση αρχίζει να οργανώνει τη συζήτηση. Τότε, αυτό που συμβαίνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα της συζήτησης μπορεί να απαιτεί μια διαφορετική μετακίνηση, περισσότερο χώρο για τη γνώση του ανθρώπου που εισέρχεται στην θεραεπεία (αποκεντρωμένη θέση/πρακτική).

Αυτή η κίνηση δεν σημαίνει απουσία προσανατολισμού. Αντίθετα, προϋποθέτει μια διαρκή επιστροφή στις προθέσεις που διαπνέουν τις αφηγηματικές πρακτικές και μια διαρκή διερώτηση για το πώς αυτές μπορούν να ενσαρκωθούν στη συγκεκριμένη συνάντηση. Καλούμαστε να αλληλεπιδρούμε με τις πρακτικές αυτές χωρίς να θεωρούμε ότι υπάρχει ένας προκαθορισμένος τρόπος εφαρμογής τους, τιμώντας τις προθέσεις που τις διαπνέουν και αναζητώντας, όπου αυτό είναι δυνατό, τρόπους να μοιραζόμαστε τη δύναμη μέσα στη θεραπευτική σχέση. Έτσι, η αποκέντρωση δεν γίνεται μια τεχνική υποχώρησης και η επιδραστικότητα δεν γίνεται μια τεχνική παρέμβασης. Και οι δύο αποκτούν νόημα μέσα από τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε στη συγκεκριμένη σχέση.

Για εμένα, αυτή η κατανόηση συνδέεται άμεσα με την αντίληψη της θεραπευτικής πρακτικής ως response-based: μιας πρακτικής που συγκροτείται μέσα από την προσαρμογή της στις διαρκώς μεταβαλλόμενες κινήσεις της θεραπευτικής συζήτησης και την ανταπόκριση σε όσα εκτυλίσσονται στο θεραπευτικό χώρο – σε έναν δισταγμό, σε μια συγκεκριμένη λέξη ή εικόνα, μια αντίφαση, μια έκφραση ελπίδας, μια ιστορία αδικίας, μια στιγμή αβεβαιότητας ή κάτι που καθίσταται για πρώτη φορά ορατό μέσα από την ίδια τη συνομιλία. Δεν μπορούμε, επομένως, να προκαθορίσουμε πλήρως τι θα απαιτήσει μια θεραπευτική συζήτηση, καθώς αυτό στο οποίο καλούμαστε να ανταποκριθούμε αναδύεται στιγμή προς στιγμή. Κάθε ανταπόκριση δεν αποτελεί απλώς αντίδραση σε ό,τι έχει προηγηθεί. Συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση αυτού που μπορεί να ειπωθεί, να γίνει ορατό ή να πάρει μορφή στη συνέχεια. Το νόημα δεν εισέρχεται στη θεραπευτική συνάντηση ήδη διαμορφωμένο από κάποιον από τους δύο. Συγκροτείται, μετασχηματίζεται και αναδιαμορφώνεται διαρκώς στον σχεσιακό χώρο που δημιουργείται μεταξύ μας.

Από αυτή τη σκοπιά, το decentred and influential δεν αποτελεί κάτι που ο θεραπευτής κατέχει ως καθολική και αμετάβλητη στάση και στη συνέχεια εφαρμόζει στη θεραπευτική σχέση. Είναι κάτι που συγκροτείται μέσα στη σχέση. Ο/η θεραπευτής/τρια και ο άνθρωπος που τον/την συμβουλεύεται συμμετέχουν στην παραγωγή υλικού που δεν υπήρχε πριν από τη συνάντησή τους. Νοήματα αναδύονται μεταξύ τους, δυνατότητες γίνονται περισσότερο ή λιγότερο διαθέσιμες μεταξύ τους, και κάποιες φορές ακόμη και τα προβλήματα αποκτούν μεγαλύτερη πειστικότητα μέσα από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η συζήτηση. Άλλοτε, αντίθετα, αναδύονται περιγραφές μιας ζωής που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν διαθέσιμες. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπευτική πρακτική δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως κάτι που ένα πρόσωπο κάνει «επάνω» σε ένα άλλο. Είναι κάτι που δημιουργείται μέσα από τη συμμετοχή και των δύο, χωρίς να βρίσκεται ποτέ εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο κανενός από τους δύο.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την εποπτεία. Στην εποπτική συζήτηση δεν αναζητώ έναν κανόνα που θα υπαγόρευε πότε χρειάζεται να είμαστε περισσότερο ή λιγότερο αποκεντρωμένοι ή επιδραστικοί. Αναζητώ, μαζί με τους/τις θεραπευτές/τριες που συναντώ, τρόπους να παραμένουν κοντά σε αυτή την κίνηση – να παρατηρούν τι συμβαίνει καθώς συμμετέχουν, να αναγνωρίζουν τις επιπτώσεις που φέρνει στην εξέλιξη της θεραπευτικής συζήτηση η δική τους ανταπόκριση λεπτό-προς-λεπτό και να εξετάζουν τι διαφορετικό μπορεί να χρειάζεται στη συνέχεια.

Έτσι, το ερώτημα μετατοπίζεται από το «πώς μπορεί ο/η θεραπευτής/τρια να γίνει επαρκώς αποκεντρωμένος/η και επιδραστικός/ή;» στο «σε τι διαφορετικές μορφές συμμετοχής καλεί η ίδια η θεραπευτική συζήτηση τον/την θεραπευτήτρια;». Η μετατόπιση αυτή είναι σημαντική, γιατί σημαίνει ότι το decentred and influential δεν είναι κάτι που προηγείται της συν-έρευνας και εφαρμόζεται σε αυτήν. Διαμορφώνεται μέσα στη συν-έρευνα, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη διαμόρφωση της ίδιας της συν-έρευνας.

Στην εποπτεία, αυτή η διερεύνηση συχνά σημαίνει ότι επιστρέφουμε σε συγκεκριμένες στιγμές της θεραπευτικής συνομιλίας και εξετάζουμε από κοντά πώς διαμορφώθηκε εκεί η συμμετοχή του/της θεραπευτή/τριας. Πχ στο συγκεκριμένο πλαίσιο της συγκεκριμένης θεραπευτικής συζήτησης, ποιες στιγμές παρατήρησε την πρακτική του να γίνεται περισσότερο αποκεντρωμένη; Ποιες μικρο-πρακτικές συνέβαλλαν σε αυτό, ποιες ερωτήσεις επιλέχθηκαν ή δεν επιλέχθηκαν, τι συνέβαινε στον σχεσιακό χώρο και τι κατέστη δυνατό μέσα από αυτή τη συγκεκριμένη κίνηση. Με ενδιαφέρει, δηλαδή, να μελετούμε την αποκέντρωση ή/και την επιδραστικότητα, όχι ως ιδιότητα της πρακτικής αλλά ως επιλογές συμμετοχής που αποκτούν συγκεκριμένο νόημα και συνέπειες μέσα στο πλαίσιο της συν-έρευνας και σε απάντηση στις ιδιαίτερες απαιτήσεις του.

Υπό αυτή την έννοια, μια decentred and influential πρακτική δεν μπορεί να κατανοηθεί πρωτίστως ως ένα σύνολο θεραπευτικών δεξιοτήτων, αλλά ως ένα σχεσιακό επίτευγμα. Η σχεσιακή αυτή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν σκεφτόμαστε την επιδραστικότητα του/της θεραπευτή/τριας ως πολιτική. Αν η πολιτική επιδραστικότητα αποτελούσε απλώς μία ακόμη δεξιότητα προς κατάκτηση, θα μπορούσαμε να φανταστούμε τον/την θεραπευτή/τρια να μαθαίνει να αναγνωρίζει τις σχέσεις δύναμης και, στη συνέχεια, να εφαρμόζει αυτή τη γνώση στη θεραπευτική συνομιλία ως μια ακόμη εξειδικευμένη διαπροσωπική δεξιότητα.

Μια τέτοια κατανόηση, κινδυνεύει να μετατρέψει μια κατεξοχήν σχεσιακή αντίληψη της θεραπείας σε μια τεχνική διαδικασία, στην οποία ο/η θεραπευτής/τρια θεωρείται ότι κατέχει συγκεκριμένα εργαλεία και καλείται να τα εφαρμόσει με επάρκεια στον άνθρωπο που έχει απέναντί του/της. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι αν επιστρατεύω μια συγκεκριμένη θεραπευτική δεξιότητα, αλλά πώς η επιλογή και η χρήση της διαμορφώνονται μέσα στη συγκεκριμένη σχέση και επαναπροσδιορίζονται σε συνάρτηση με ό,τι αναδύεται στη συνομιλία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θεραπευτικές δεξιότητες είναι αχρείαστες. Φυσικά και είναι απαραίτητες και σημαντικές. Δεν μπορούμε να αδιαφορήσουμε για την ικανότητα να θέτουμε ερωτήσεις, να προσκαλούμε την εξωτερίκευση της εμπειρίας/γλώσσας, να αναζητούμε εξαιρέσεις (unique outcomes), να εντοπίζουμε κυρίαρχους λόγους ή να προσφέρουμε διαφορετικές μορφές ανατροφοδότησης και αναγνώρισης. Το ζήτημα, όμως, είναι να μην ταυτίσουμε αυτές τις δεξιότητες με το ίδιο το decentred and influential.

Μια δεξιότητα μπορεί να μας επιτρέψει να συμμετέχουμε ενεργά στη διαμόρφωση μιας θεραπευτικής συζήτησης, δεν μπορεί όμως να προκαθορίσει τι θα παραχθεί μέσα από τη συγκεκριμένη χρήση της. Η ίδια θεραπευτική κίνηση μπορεί, σε διαφορετικές σχέσεις και διαφορετικές στιγμές, να έχει διαφορετικές συνέπειες. Αυτό που σε μια συνομιλία ανοίγει χώρο για τη γνώση του άλλου μπορεί, σε μια άλλη, να περιορίσει ακριβώς αυτή τη γνώση. Αυτό που σε μια στιγμή μοιάζει να υπηρετεί την αποκέντρωση μπορεί, σε μια άλλη, να αφήνει μια ισχυρή και καταπιεστική κυρίαρχη ιδεά (discourse) εντελώς ανεξέταστη.

Μια καλή ερώτηση, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς μια τεχνικά άρτια ερώτηση. Η σημασία της εξαρτάται από το ποιος την απευθύνει, τη στιγμή κατά την οποία τίθεται, όσα έχουν προηγηθεί στη θεραπευτική συζήτηση, τις ιστορίες και τις σχέσεις δύναμης που είναι παρούσες, όσα διακυβεύονται μέσα σε αυτήν, αλλά και από το τι καθίσταται δυνατό επειδή ο/η συγκεκριμένος/η θεραπευτής/τρια απευθύνει τη συγκεκριμένη ερώτηση στον συγκεκριμένο άνθρωπο, τη συγκεκριμένη στιγμή. Η ίδια ερώτηση μπορεί να βιωθεί ως άνοιγμα σε μια θεραπευτική συζήτηση και ως περιοριστική σε μια άλλη. Μπορεί να δημιουργήσει χώρο για μια λιγότερο διαθέσιμη ιστορία ή να κατευθύνει τη συζήτηση προς μια ερμηνεία που ο/η θεραπευτής/τρια έχει ήδη αρχίσει να θεωρεί σημαντική. Καμία δεξιότητα, επομένως, δεν φέρει από μόνη της ένα προκαθορισμένο θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Γι’ αυτό χρειάζεται να παραμένω σε μια διαρκή διερώτηση για τον τρόπο με τον οποίο εμπλέκομαι στη θεραπευτική συζήτηση. Τι παρατηρώ στην θεραπευτική κουβέντα; Προς τα πού έλκεται η προσοχή μου και γιατί; Ποιες υποθέσεις διαμορφώνουν αυτό που αναγνωρίζω ως σημαντικό; Σε τι ανταποκρίνομαι; Ποιες ιστορίες δύναμης μπορεί να είναι παρούσες σε αυτό που λέγεται — αλλά και σε αυτό που δεν λέγεται; Τι μπορεί να καταστήσει περισσότερο δυνατό η δική μου ανταπόκριση και τι μπορεί να περιορίσει ή να αποκλείσει; Ποια γνώση επιλέγω να προνομιοποιώ; Τι μπορεί να μου διαφεύγει; Αυτό περιλαμβάνει την ανάγκη συνεχούς ανατροφοδότησης από τους ίδιους τους ανθρώπους που συναντούμε στην θεραπεία και την ανάπτυξη πρακτικών λογοδοσίας.

Από αυτή τη σκοπιά, η κίνηση μεταξύ αποκέντρωσης και επιδραστικότητας δεν μπορεί να είναι γραμμική. Δεν κινείται ο/η θεραπευτής/τρια πάνω σε ένα συνεχές που υπάρχει ανεξάρτητα από τη σχέση, από το «λιγότερο επιδραστικό» προς το «περισσότερο επιδραστικό». Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η ποσότητα της επιρροής που ασκείται, αλλά η διαρκής αναδιαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο συμμετέχουμε σε ανταπόκριση σε όσα εκτυλίσσονται. Μπορεί να χρειάζεται να κινηθούμε προς μεγαλύτερη αποκέντρωση όταν αντιλαμβανόμαστε ότι η γνώση του ανθρώπου αρχίζει να επισκιάζεται από τις δικές μας υποθέσεις. Μπορεί να χρειάζεται να γίνουμε περισσότερο ορατοί όταν κάτι που αφορά τη δύναμη, την αδικία ή την περιθωριοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η σιωπή μας θα συμμετείχε στην αναπαραγωγή του ή στο να παραμείνει ανώνυμο. Και μπορεί, αμέσως μετά, να χρειαστεί να μετακινηθούμε και πάλι, ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εισπράττεται αυτή η ανταπόκριση.

Η μη γραμμικότητα αυτής της κίνησης έχει ιδιαίτερη σημασία και στην εποπτεία. Όταν ένας/μία ο/η θεραπευτής/τρια αναγνωρίζει ότι σε μια συγκεκριμένη στιγμή μετακινήθηκε προς μια περισσότερο centred θέση, δεν με ενδιαφέρει να τον/την επαναφέρω απευθείας σε κάποια υποτιθέμενη «σωστή» πλευρά του continuum. Με ενδιαφέρει περισσότερο να επιστρέψουμε στη συγκεκριμένη στιγμή και να διερευνήσουμε τι συνέβη. Τι στην ιστορία του ανθρώπου, στη συγκεκριμένη στιγμή της συνομιλίας ή στο ευρύτερο πλαίσιο έκανε δυσκολότερη την αποκεντρωμένη συμμετοχή; Τι ήταν αυτό που τον/την τράβηξε προς τα εκεί; Ποιες προσδοκίες, βεβαιότητες ή επαγγελματικές ιδέες μπορεί να είχαν καταστεί πιο ισχυρές εκείνη τη στιγμή; Και, κυρίως, τι μας αποκαλύπτει αυτή η μετακίνηση για το είδος της συμμετοχής που χρειαζόταν η συγκεκριμένη συνομιλία;

Άλλωστε, μια ερώτηση μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργεί χώρο για την ιδιαίτερη γνώση ενός ανθρώπου για τη ζωή και την εμπειρία του – εκφράζοντας μια αποκεντρωμένη στάση – και παράλληλα, να επιδρά σημαντικά σε ό,τι καθίσταται δυνατό να σκεφτεί, να εξετάσει ή να ειπωθεί μέσα στη θεραπευτική συνομιλία. Αντίστροφα, μερικές φορές η πιο επιδραστική ανταπόκριση μπορεί να είναι ακριβώς η διαμόρφωση των συνθηκών μέσα στις οποίες η θεραπευτική συζήτηση μπορεί να κινηθεί εναλλακτικά, με και μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αναγνωρίζοντας την αξία των παύσεων, του slowing down και του scaffolding ως πολιτικά ανταποκρινόμενων τρόπων προσέγγισης της εμπειρίας. Αυτό που καθιστά μια κίνηση αποκεντρωμένη ή επιδραστική δεν βρίσκεται, επομένως, στην ίδια την εξωτερική της μορφή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μέσα στη συγκεκριμένη σχέση και στις δυνατότητες που δημιουργεί ή περιορίζει εκείνη τη στιγμή.

Ίσως γι’ αυτό βρίσκω πιο χρήσιμη την γλώσσα της κίνησης από τη γλώσσα της θέσης. Η θέση μπορεί να υποδηλώνει κάτι που ο θεραπευτής καταλαμβάνει. Η κίνηση, αντίθετα, στρέφει την προσοχή στη συμμετοχή – στο να επηρεάζεται, να ανταποκρίνεται, να παρατηρεί, να προσαρμόζεται και να επανεξετάζει. Δεν κινούμαστε, λοιπόν, πάνω σε μια προϋπάρχουσα κλίμακα. Η ίδια η θεραπευτική συνομιλία δημιουργεί και αναδιαμορφώνει διαρκώς το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούμε να κινηθούμε.

Με αυτή την έννοια, μια αποκεντρωμένη και επιδραστική στάση, για μένα, δεν έγκειται απλώς στην ικανότητα του/της θεραπευτή/τριας να κατακτήσει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε δύο θέσεις. Μας προσκαλεί σε μια διαρκή επαγρύπνηση ως προς τη συμμετοχή μας στη σχεσιακή κίνηση που ξεδιπλώνεται πολυκατευθυντικά σε αυτό το συνεχές του decentred and influential, παραμένοντας διαθέσιμοι στο ενδεχόμενο ότι η ίδια η θεραπευτική συζήτηση μπορεί, από στιγμή σε στιγμή, να μας καλέσει να κινηθούμε διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με το θέμα εδώ:
Αποκεντρωμένη και επιδραστική πρακτική…αρκεί;
Η ριζοσπαστική πρακτική του “staying with”

 

 

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Μπορείτε να την βρείτε και στο: