Η ριζοσπαστική πρακτική του “staying with”

Η

Απόγευμα στο γραφείο. Έχω πάρει θέση μπροστά στον υπολογιστή και, μαζί με μια θεραπεύτρια που συνοδεύω στην εποπτεία, επιστρέφουμε σε ένα απόσπασμα από τη θεραπευτική συνομιλία που είχε πραγματοποιήσει την προηγούμενη ημέρα. Στην οθόνη εναλλάσσονται οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις που προέκυψαν στη συνεδρία τους. Η μία οδηγεί στην επόμενη, η επόμενη ανοίγει έναν ακόμη αφηγηματικό χάρτη, κι εμείς συνεχίζουμε να διαβάζουμε.

Καθώς παρακολουθώ τη θεραπεύτρια να κινείται μέσα στη συνομιλία, αρχίζω να διακρίνω έναν συγκεκριμένο ρυθμό: ερώτηση, απάντηση, επόμενη ερώτηση. Οι αφηγηματικοί χάρτες διασχίζονται από πάνω προς τα κάτω, από το ένα σημείο στο επόμενο, και η συνομιλία συνεχίζει να ξεδιπλώνεται με μια σχεδόν αδιάκοπη γραμμικότητα.

Ρώτησα την θεραπεύτρια τι παρατηρούσε σε σχέση με τον ρυθμό της θεραπευτικής κουβέντας και μου εξήγησε ότι η γυναίκα με την οποία συνομιλούσε είχε έναν γρήγορο και εκτενή τρόπο να απαντά. Πράγματι, καθώς κοιτούσαμε μαζί το transcript, παρατήρησα συγκεκριμένα σημεία όπου η γυναίκα ξεκινούσε την απάντησή της πριν ακόμη η θεραπεύτρια προλάβει να ολοκληρώσει τη διατύπωση της ερώτησής της.

Μοιράστηκα τότε μαζί της την εικόνα που μου δημιουργήθηκε καθώς παρακολουθούσαμε το συγκεκριμένο απόσπασμα— ήταν σαν να έτρεχε πίσω από τη γυναίκα με ένα καλάθι, προσπαθώντας να μαζέψει όσα ξεπηδούσαν στη συνομιλία, χωρίς να προλαβαίνει να πάρει ανάσα.

Καθώς περιγράφω τώρα αυτήν την εικόνα, αναρωτιέμαι αν είναι κάπως γνώριμη για όσους/όσες έχουν βρεθεί κάποια στιγμή σε μια θεραπευτική κουβέντα όπου ο ρυθμός μοιάζει να σας ξεπερνά; Τί λέτε;

Όταν η θεραπεύτρια μοιράστηκε ότι η γυναίκα είχε μιλήσει για εμπειρίες λεκτικής κακοποίησης, απειλές για την ασφάλειά της και μια διαρκή αίσθηση ότι ακόμη και το έδαφος του σπιτιού της μπορούσε να κλονιστεί, άρχισα να αναρωτιέμαι αν ο συγκεκριμένος ρυθμός της θεραπευτικής συνομιλίας μπορούσε να μας λέει κάτι για την παρουσία του τραύματος μέσα στην ίδια τη συνάντησή τους — για τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο μια εμπειρία διαρκούς αβεβαιότητας και επιφυλακής μπορεί να είχε βρει, έστω προσωρινά, τον δρόμο της μέσα στον τρόπο με τον οποίο η γυναίκα συμμετείχε στη διαμόρφωση της κουβέντας.

Τι μπορεί να σημαίνει για έναν άνθρωπο να μην μπορεί να βιώσει ασφάλεια ούτε μέσα στο ίδιο του το σπίτι; Και πώς μπορεί αυτή η διαρκής εγρήγορση απέναντι στο απρόβλεπτο να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο μπαίνει σε μια συνομιλία, καταλαμβάνει τον χρόνο της και προσπαθεί να διασφαλίσει ότι όσα έχει να πει θα βρουν χώρο να ειπωθούν;

Η συζήτηση έμοιαζε να μεταπηδά διαρκώς από το ένα θέμα στο άλλο. Ήταν σαν το τραύμα να είχε στήσει το σκηνικό ενός κατακερματισμένου και απρόβλεπτου τοπίου, μέσα στο οποίο η θεραπεύτρια προσπαθούσε να ακολουθήσει τη ροή της συζήτησης. Η συνομιλία είχε κινηθεί· δεν ήταν όμως βέβαιο ότι η θεραπεύτρια είχε προλάβει να κινηθεί μαζί της…και εν τέλη η ίδια η συν-έρευνα συνολικά.

Η σύνδεση αυτή μας επέτρεψε να επιστρέψουμε στον ρυθμό της συνομιλίας με διαφορετικό βλέμμα: όχι ως ένα απλό χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο μιλούσε η γυναίκα, αλλά ως μια εμπειρία που μπορούσε να αποκτήσει περισσότερο νόημα όταν τοποθετούνταν μέσα στα πλαίσια της κακοποίησης και του τραύματος — ως μια διαδικασία contextualising the experience.

Η μετατόπιση αυτή έφερε μαζί της και ένα διαφορετικό ερώτημα για τη θέση της θεραπεύτριας μέσα στη συνομιλία. Μου μίλησε για τη δυσκολία να παραμείνει influential όταν ο ρυθμός της κουβέντας είχε αρχίσει να λειτουργεί σαν ένα ρεύμα που την παρέσυρε στο περιθώριό της, αφήνοντάς της ολοένα λιγότερο χώρο για να συμμετάσχει ενεργά στη διαμόρφωση της συν-έρευνας.

Όταν τη ρώτησα πώς κατανοούσε την αποκεντρωμένη θέση της στο συγκεκριμένο απόσπασμα, η θεραπεύτρια επέστρεψε σε μια σκέψη που, όπως μου είπε, την είχε συνοδεύσει μέσα στη θεραπευτική συνάντηση — ότι ίσως αυτό που χρειαζόταν η γυναίκα εκείνη τη στιγμή ήταν ένας χώρος για «να τα βγάλει από μέσα της». Η σκέψη αυτή φώτιζε με έναν ιδιαίτερο τρόπο το πώς είχε νοηματοδοτήσει τον αποκεντρωμένο ρόλο της — ως μια προθυμία να παραχωρήσει χώρο στη γυναίκα να μιλήσει, χωρίς να παρεμβάλλει τη δική της παρουσία στη ροή της αφήγησης.

Τη ρώτησα ποια εικόνα ερχόταν στο μυαλό της όταν σκεφτόταν τη δέσμευσή της στη συνεργατική πρακτική. Αν η γυναίκα είχε εκφράσει ότι αυτό είναι σημαντικό για εκείνη οκ, αλλά αναρωτήθηκα αν η θεραπεύτρια βλέπει τον εαυτό της υπόλογο στο να αναπαράγει ότι είναι ήδη «γνωστό και οικείο» (known and familiar) ή αν βλέπει τον εαυτό της υπόλογο απέναντι σε αυτό που «είναι δυνατό να μετακινηθεί» (possible to know). Ήταν η συνεργασία, άραγε, κυρίως ζήτημα του να αφήνει χώρο στον άνθρωπο να μιλήσει; Ή θα μπορούσε να σημαίνει κάτι περισσότερο—τη συνδιαμόρφωση συμφωνιών και προθέσεων που θα τους επέτρεπαν να γνωρίζουν, καθώς προχωρούσαν, προς τι ή προς ποιον παρέμεναν υπόλογοι μέσα στη θεραπευτική τους συνάντηση;

Στην συνέχεια, όταν την ρώτησα τί επιπτώσεις παρατήρησε να έχει αυτή η σταδιακή απώλεια του διαθέσιμου χώρου να συμμετέχει με ερωτήσεις, η σκέψη της στράφηκε προς το περιεχόμενο της ίδιας της συνομιλίας —προς τον τρόπο με τον οποίο, μέσα σε αυτόν τον γρήγορο και σχεδόν αδιάκοπο ρυθμό, η συζήτηση έμοιαζε να επιστρέφει ξανά και ξανά σε μια ήδη γνώριμη εκδοχή της εμπειρίας του τραύματος. Η κίνηση της κουβέντας παρέμενε ενεργή, όμως το αφηγηματικό τοπίο που άνοιγε μπροστά τους έμοιαζε περιορισμένο.

Αρχισα τότε να αναρωτιέμαι τι μπορεί να συμβαίνει όταν η γραμμική ακολουθία των ερωτήσεων συναντά έναν άνθρωπο του οποίου η εμπειρία έχει ήδη οργανωθεί, μέσα από το τραύμα, γύρω από μια single story. Όταν η μία ερώτηση διαδέχεται την άλλη με ταχύτητα — και η επόμενη γεννιέται σχεδόν αυτονόητα από την προηγούμενη — υπάρχει ο κίνδυνος η συνομιλία να αρχίσει να ακολουθεί τη λογική της χρονολογικής αλληλουχίας: πρώτα συνέβη αυτό, έπειτα εκείνο και ύστερα το επόμενο.

Ακόμη κι όταν οι ερωτήσεις που προσφέρουμε είναι αναγνωρίσιμα αφηγηματικές, τι συμβαίνει όταν τις διατρέχουμε με γραμμικότητα, ακολουθώντας έναν χάρτη σχεδόν βήμα προς βήμα; Σε ποιον ή σε τι γινόμαστε τότε περισσότερο υπόλογοι: στη συνέπεια με την οποία εφαρμόζουμε μια αφηγηματική πρακτική ή στον συγκεκριμένο άνθρωπο και στην εμπειρία που φέρνει στη συνομιλία; Και ποια θεραπευτική θέση παράγεται όταν η ανάγκη να «κάνουμε» αφηγηματική θεραπεία αρχίζει, έστω ανεπαίσθητα, να προηγείται της διερώτησης για το τι χρειάζεται να γίνει διαθέσιμο στη συγκεκριμένη κουβέντα;

Από την εμπειρία μου στην εποπτεία, έχω παρατηρήσει ότι η θεωρία και οι ερωτήσεις/πρακτικές της Αφηγηματικής δεν είναι αρκετές χωρίς την αντίστοιχη προσοχή στον ρυθμό, την συνεργασία, την ηθική της συν-.έρευνας. Μια μεθοδολογική προσέγγιση των αφηγηματικών πρακτικών, στενεύει το πεδίο της εμπειρίας, ακόμη κι όταν το θεωρητικό περίγραμμα της δουλειάς μας παραμένει απολύτως αφηγηματικό.

Η συνομιλία αρχίζει τότε, ανεπαίσθητα, να αποκτά κάτι από τη λογική της κλινικής διαδικασίας: συλλέγουμε πληροφορίες, αναζητούμε τη σωστή ακολουθία, καταγράφουμε το ιστορικό, οργανώνουμε τα γεγονότα, συμπληρώνουμε τα κενά. Η εμπειρία μετατρέπεται σε μια αλληλουχία προς καταγραφή και η θεραπευτική ερώτηση, αντί να ανοίγει χώρο για πολλαπλές δυνατότητες νοηματοδότησης, μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας μηχανισμός που οδηγεί την αφήγηση όλο και βαθύτερα μέσα στην ήδη γνωστή της διαδρομή.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και μια ιδιαίτερη δυσκολία της δουλειάς με το τραύμα. Μια γραμμική θεραπευτική συνομιλία μπορεί να αναπαράγει, παρά τις αφηγηματικές της προθέσεις, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά μιας διαδικασίας επανατραυματισμού: η πρόθεση μπορεί να είναι η δημιουργία χώρου για την ιστορία του· το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να είναι μια ακόμη διαδικασία κατά την οποία η εμπειρία οργανώνεται από τις απαιτήσεις της συνομιλίας και ο άνθρωπος καλείται να προσαρμοστεί σε αυτές.

Κάπου εκεί συνέλλαβα μια διάκριση που έμελλε να γίνει σημαντική για τη διερεύνησή μας: άλλο narrating και άλλο engaging!

Ο γρήγορος ρυθμός της συνομιλίας φαινόταν να ευνοεί ένα είδος αφήγησης που συγκέντρωνε ολοένα περισσότερες πληροφορίες για την εμπειρία της γυναίκας, χωρίς απαραίτητα να μας φέρνει πιο κοντά στη σχέση της ίδιας με όσα περιέγραφε. Σε ένα σημείο, ανάμεσα στις πολλές λεπτομέρειες που μοιραζόταν, ανέφερε ότι, όταν βρισκόταν στο σπίτι, έμενε να κοιτάζει το κενό. Η θεραπεύτρια συνέχισε ρωτώντας τι μπορεί να έκανε όταν δεν βρισκόταν στο σπίτι — μια ερώτηση που φαινόταν να αναζητά ένα άνοιγμα προς μια διαφορετική ιστορία.

Κοιτάζοντας όμως ξανά το απόσπασμα, εκείνο που μου έγινε πιο έντονα ορατό ήταν κάτι που έλειπε. Γνωρίζαμε ολοένα περισσότερα για το τι συνέβαινε στη ζωή της, χωρίς να γνωρίζουμε ακόμη πώς στεκόταν η ίδια απέναντι σε αυτό. Όταν έλεγε ότι έμενε να κοιτάζει το κενό, τι σήμαινε αυτή η εμπειρία για εκείνη; Την βίωνε ως απόγνωση, ως αδυναμία, ως αποτυχία, ως έναν τρόπο να αντέχει κάτι δύσκολο — ή ως κάτι εντελώς διαφορετικό;

Το narrating μπορούσε να μας δώσει πολλές λεπτομέρειες για την ιστορία· το engaging θα απαιτούσε να πλησιάσουμε περισσότερο στη σχέση της με αυτή την ιστορία, στις σημασίες που της απέδιδε και στη θέση από την οποία τη βίωνε.

Η διάκριση αυτή άνοιξε στην εποπτική μας συζήτηση μια ευρύτερη διερεύνηση.

Πώς θα ήταν, άραγε, να μετατοπίσουμε την αίσθηση της λογοδοσίας μας, από την πιστή ακολουθία ενός χάρτη προς την προσεκτική ανταπόκριση σε όσα αναδύονται από τον άνθρωπο, στιγμή προς στιγμή, μέσα στη θεραπευτική συνομιλία;

Από αυτή την αναζήτηση άρχισε να παίρνει για μένα μορφή μια (ριζοσπαστική, κατά την γνώμη μου) πρακτική που αποκαλώ «staying with».

Αν υποθέσουμε ότι στο επίκεντρο της θεραπείας βρίσκεται η συν-έρευνα, τότε η πρακτική του staying with με προσκαλεί να παραμένω μαζί με την εμπειρία και με αυτό που ο άνθρωπος φέρνει την δεδομένη στιγμή. Να μην βιαζόμαστε να κινηθούμε προς το «επόμενο βήμα», μια «λύση» ή ένα διακριτό θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Ίσως θα μπορούσα να περιγράψω το staying with ως μια πρακτική προσήλωσης—ως τη διάθεση να παραμείνουμε με περιέργεια μέσα στην αβεβαιότητα που αναδύεται καθώς κινούμαστε σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στη θεραπευτική ερώτηση και στο απρόβλεπτο που ανοίγει η απάντηση. Είναι ένας χώρος στον οποίο δεν γνωρίζουμε ακόμη τι σημαίνει αυτό που μόλις ειπώθηκε ούτε προς τα πού θα μπορούσε να οδηγήσει τη συνομιλία· μπορούμε, όμως, να παραμείνουμε αρκετά ώστε να το διερευνήσουμε.

Η πρακτική του staying with έχει αρχίσει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοώ και παρατηρώ δυνατότητες να εκφραστεί η επιδραστική πλευρά του decentred and influential. Με συνδέει ιδιαίτερα με εκείνες τις στιγμές στην εργασία με το τραύμα όπου γίνεται εμφανές ότι μια επιδραστική ανταπόκριση μπορεί, κάποιες φορές, να σημαίνει ότι χρειάζεται να επιβραδύνουμε — να καλλιεργούμε, δηλαδή, με συνέπεια την τέχνη αυτού που ο Michael White ονόμαζε “loitering with intent”. Να αξιοποιούμε πρακτικές που προσκαλούν τον άνθρωπο να πλησιάσει περισσότερο μια λεπτομερή και nuanced διατύπωση της εμπειρίας του και να καθιστούν ορατές πτυχές της ιστορίας που διαφορετικά θα μπορούσαν να παραμείνουν στο περιθώριο.

Η παραπάνω σκέψη έγινε πιο συγκεκριμένη όταν τη φέραμε στη δική μας εποπτική διερεύνηση, επιστρέφοντας σε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα της θεραπευτικής συνομιλίας. Αναζητήσαμε μαζί πώς θα μπορούσαμε να επιβραδύνουμε τον ρυθμό και να μείνουμε λίγο περισσότερο με τις απαντήσεις της γυναίκας.

Για παράδειγμα, όταν η γυναίκα περιέγραφε στιγμές κατά τις οποίες έμενε να κοιτάζει το κενό, «δεν έκανε τίποτα» ή, όταν καθώς κοιτούσε το κενό, κατέληγε να κοιμάται, πειραματιστήκαμε στην εποπτεία με το ενδεχόμενο να παραμείνουμε περισσότερο σε αυτές τις εμπειρίες, αντί να τις θεωρήσουμε εξαρχής ως απουσία δράσης ή ως κάτι που απλώς χρειάζεται να αλλάξει. Η διερώτηση αφορούσε το τι θα μπορούσε να καταστεί ορατό εάν αυτές οι πρακτικές εξετάζονταν μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής της γυναίκας και στις σχέσεις, προσδοκίες και απαιτήσεις που τις περιέβαλλαν. Τι, για παράδειγμα, γινόταν δυνατό μέσα σε αυτό το «τίποτα» που ίσως παρέμενε αθέατο υπό την πίεση όσων «έπρεπε» να κάνει; Τι είδους χώρος δημιουργούνταν εκεί — πώς τον βίωνε στο σώμα, στις αισθήσεις, στη σκέψη και στη φαντασία της; Ποιοι άλλοι «χαρακτήρες» εμφανίζονταν ή συνυπήρχαν με αυτόν — ανακούφιση, ξεκούραση, παρηγοριά, μοναξιά ή κάτι άλλο; Πώς ανταποκρίνεται η φαντασία της σε αυτό το «τίποτα»—ανανεώνεται, ξαναβρίσκει ενέργεια; Και, ειδικότερα ως προς τον ύπνο, τι θα μπορούσε να γίνει διαθέσιμο εάν δεν τον αντιμετωπίζαμε ως ενιαία και αυτονόητα παθητική εμπειρία, αλλά διερευνούσαμε τις διαφορετικές σημασίες που μπορεί να αποκτά ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο αναδύεται; Το να αποκοιμιέται, για παράδειγμα, ως συνοδηγός σε ένα αυτοκίνητο μπορεί να συνδέεται με εντελώς διαφορετικές εμπειρίες από το να καταφεύγει στον ύπνο σε ένα πλαίσιο έντονης πίεσης ή σύγκρουσης. Μια τέτοια προσέγγιση μετακινεί τη θεραπευτική διερεύνηση από την αξιολόγηση μιας συμπεριφοράς ως «αδράνειας» προς την αναζήτηση των σχέσεων και των νοημάτων μέσα στις οποίες αυτή συγκροτείται. Τι μπορεί να επιτρέπει, να προστατεύει, να αποτρέπει ή να διεκδικεί το πρόσωπο μέσα από αυτήν; Ποιες επιθυμίες, αξίες ή ελπίδες μπορεί να αποκτούν τότε χώρο; Υπό αυτή την έννοια, το «δεν κάνω τίποτα» δεν αντιμετωπίζεται ως ένα κενό προς πλήρωση, αλλά ως μια εμπειρία που αξίζει να διερευνηθεί για τις σχέσεις με την εξουσία, τις προσδοκίες και τις δυνατότητες ζωής που μπορεί να εμπεριέχει.

Στην εποπτεία διερευνήσαμε πώς η θεραπεύτρια θα μπορούσε να παραμένει περισσότερο κοντά στη συγκεκριμένη διατύπωση της εμπειρίας, όπως αυτή αναδύεται τη στιγμή της θεραπευτικής συνομιλίας, αντί να προχωρά γρήγορα σε μια ευρύτερη αφήγησή της. Οι διευκρινιστικές ερωτήσεις και οι ερωτήσεις circling μπορούν να λειτουργήσουν εδώ ως τρόποι επιστροφής του ανθρώπου στην ίδια του τη διατύπωση. Ειδικότερα, οι circling ερωτήσεις μπορούν να αξιοποιούν τα λόγια που ο θεραπευτής έχει κρατήσει και να τα επιστρέφουν στο πρόσωπο, συχνά μέσα από μια σύντομη περίληψη, προσκαλώντας το να ακούσει εκ νέου τη δική του διατύπωση και να παρατηρήσει τι γίνεται περισσότερο ορατό μέσα από αυτήν: «Τι παρατηρείς καθώς ακούς πίσω τα λόγια σου;» ή «Τι γίνεται τώρα περισσότερο ορατό, που ίσως θα παρέμενε στη σκιά μέσα στη ροή της αφήγησής σου, αν δεν είχα «διασώσει» αυτά τα λόγια;». Η επιστροφή αυτή δεν αποσκοπεί στην άντληση περισσότερων πληροφοριών, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού διαστήματος μέσα στη συνομιλία, όπου το πρόσωπο μπορεί να ξανασυναντήσει τη δική του διατύπωση και να εμπλακεί εκ νέου με την εμπειρία που αυτή συμπυκνώνει. Με αυτή την έννοια, η πρακτική μετακινείται από το narrating προς το engaging. Aντί η εμπειρία να μετατρέπεται γρήγορα σε μια συνεκτική αφήγηση, παραμένει ανοιχτή στη διερεύνηση των πολλαπλών σημασιών, σχέσεων και δυνατοτήτων που μπορεί να αναδυθούν μέσα από αυτήν.

Η μετατόπιση αυτή μπορεί, επομένως, να συμβάλει και σε μια πιο πολιτικοποιημένη πρακτική, καθώς επιτρέπει στις διατυπώσεις των ανθρώπων να επιστρέφουν στα κοινωνικά και σχεσιακά πλαίσια μέσα στα οποία αποκτούν το συγκεκριμένο νόημά τους, αντί να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητες ή ατομικές περιγραφές της εμπειρίας.

Στην επόμενη συνεδρία, η θεραπεύτρια μπήκε με την πρόθεση να παραμείνει περισσότερο σε εγρήγορση ως προς το πώς το τραύμα διαμόρφωνε τον ρυθμό της συνομιλίας. Κράτησε μαζί της την ιδέα του staying with, να μην ακολουθεί απλώς την ακολουθία απάντηση–ερώτηση, αλλά να μένει περισσότερο με όσα ανέκυπταν και μπορούσαν να ανοίξουν τη συν-έρευνα πέρα από «το γνωστό και οικείο», προς «αυτό που είναι δυνατό να γνωρίσουμε». Έτσι, στην επόμενη εποπτική μας συνάντηση, επιστρέψαμε στο transcript και ρίξαμε μια πιο κοντινή ματιά σε ορισμένες από τις μικρο-πρακτικές μέσα από τις οποίες αυτή η πρόθεση άρχισε να παίρνει μορφή στη θεραπευτική της συμμετοχή.

Εντοπίσαμε τη χρήση του permission-seeking, δηλαδή την αναζήτηση άδειας πριν από την είσοδο σε μια νέα περιοχή της εμπειρίας ή της ιστορίας, καθώς και μικρές εισαγωγές πριν από ορισμένες ερωτήσεις, μέσα από τις οποίες η θεραπεύτρια καθιστούσε περισσότερο ορατό το γιατί και το πώς της ερώτησης που επρόκειτο να ακολουθήσει. Επίσης συζήτησε μαζί της το ενδεχόμενο να την διακόπτει όταν ήθελε να κάνει μια ερώτηση.

Παρατηρήσαμε, επίσης, στιγμές checking-in, μέσα από τις οποίες παρέμενε σε επαφή με τον τρόπο με τον οποίο η θεραπευόμενη βίωνε τη συγκεκριμένη κατεύθυνση της συνομιλίας και με το πώς εισέπραττε την επίδραση της πρακτικής της από την μια στιγμή στιγμή στην αλλη.

Σε άλλα σημεία, η θεραπεύτρια αξιοποίησε εικόνες και μεταφορές που έφερνε η ίδια η θεραπευόμενη, ως πλούσιες περιοχές διερεύνησης που παρέμεναν κοντά στην γλώσσα και την εμπειρία της θεραεπευόμενης.

Εντοπίσαμε ακόμη σημεία στα οποία πήρε χρόνο για να συμμετέχει ενεργά σε μια διαδικασία scaffolding μέσα στα τοπία της δράσης και της ταυτότητας, επιτρέποντας στις αναδυόμενες ιστορίες να αποκαλυφθούν στην πολυπλοκότητά τους, αντί να ζητά από τη θεραπευόμενη να μετακινηθεί απότομα από μια συγκεκριμένη εμπειρία σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα.

Σε άλλες στιγμές, προσέφερε editorials και summaries, προσκαλώντας τη θεραπευόμενη να επιστρέψει στη συζήτηση από τη θέση του μάρτυρα, να ακούσει ξανά όσα μόλις είχε μοιραστεί και να διευκρινίσει, να συμπληρώσει ή να διαφοροποιήσει όσα είχαν ήδη πάρει μορφή στη συνομιλία.

Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο κρατούσε σημειώσεις — με διαφάνεια και σε συνεργασία με τη θεραπευόμενη — φάνηκε να λειτουργεί, μέσα στη λογική του staying with, ως μια ακόμη μικρο-πρακτική που μπορούσε να ανοίξει χώρο για την ανάδειξη μιας περισσότερο multi-storied εμπειρίας.

Στη συγκεκριμένη θεραπευτική συνομιλία, η πρακτική του staying with πήρε, μεταξύ άλλων, τη μορφή μιας ιδιαίτερης προσοχής στη συναίνεση και στον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορούσε να ανανεώνεται από στιγμή σε στιγμή. Η θεραπεύτρια, σε συγκεκριμένα σημεία, ζητούσε την άδεια της θεραπευόμενης να σταθούν λίγο περισσότερο σε κάτι που μόλις είχε φέρει, έλεγχε αν η κατεύθυνση της συνομιλίας εξακολουθούσε να είναι προτιμώμενη από εκείνη και διερευνούσε μαζί της τι ήταν αυτό που την έκανε να επιστρέφει σε συγκεκριμένες εκφράσεις, λέξεις ή ιστορίες.

Αυτές οι μικρο-πρακτικές συχνά λειτουργούν και ως τρόποι ανταπόκρισης σε ζητήματα δύναμης, ιδιαίτερα στην εργασία με το τραύμα, όπου οι άνθρωποι μπορεί να υφίστανται διάφορες μορφές εκτοπισμού από την αίσθηση της ταυτότητας, τις σχέσεις, το σώμα. Για μια γυναίκα που έχει βιώσει την παραβίαση της συναίνεσής της ή την απουσία δυνατότητας επιλογής στην εμπειρία του τραύματος, ή που έχει μάθει μέσα στις σχέσεις της ζωής της ότι η συναίνεσή της μπορεί να θεωρείται αυτονόητη ή να παρακάμπτεται, αυτές οι φαινομενικά μικρές στιγμές επιλογής μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία.

Η δυνατότητα να επιλέξει αν θα συνεχίσουν, θα επιστρέψουν, θα σταθούν περισσότερο ή θα ακολουθήσουν μια διαφορετική κατεύθυνση μπορεί να συγκροτήσει μια διαφορετική εμπειρία διαπραγμάτευσης και επικοινωνίας στη θεραπευτική σχέση — μια εμπειρία στην οποία η επιλογή και το agency δεν αποτελούν απλώς αντικείμενο συζήτησης, αλλά βιώνονται μέσα στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η θεραπευτική συζήτηση.

Σε ένα άλλο σημείο της ίδιας θεραπευτικής συνομιλίας, σταθήκαμε σε μια στιγμή κατά την οποία η θεραπευόμενη απηύθυνε στη θεραπεύτρια μια ερώτηση που θα μπορούσε εύκολα να την παρασύρει σε μια πιο άμεση, ερμηνευτική απάντηση. Η ερώτηση αφορούσε το αν αυτό που ένιωθε, σκεφτόταν ή έκανε ήταν «ώριμο» και, για μια στιγμή, έμοιαζε σαν η θεραπεύτρια να καλείται να πάρει θέση απέναντι σε αυτό. Στο transcript, όμως, υπήρχε ένα μικρό κενό ανάμεσα στην ερώτηση και στην απάντησή της. Ήταν μια παύση λίγων δευτερολέπτων, η οποία μου φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Στην εποπτεία, προσκάλεσα την θεραπεύτρια να σταθούμε ακριβώς εκεί. Της είπα: «Παρατηρώ εδώ πώς αντιστάθηκες στο να πάρεις μια θέση και να απαντήσεις στην ερώτηση μέσα από μια δική σου “ειδική” γνώση για την ταυτότητά της, και αντί γι’ αυτό στράφηκες προς τις κυρίαρχες ιδέες που μπορεί να διαμόρφωναν την ερώτησή της. Αναρωτιέμαι πώς ήταν για σένα να εισπράτεις εκείνη τη στιγμή την ερώτησή της. Ήταν δύσκολο να αντισταθείς στην παρόρμηση να απαντήσεις στο “είμαι αρκετά ώριμη ή όχι;”»

Η ίδια αναγνώρισε ότι η πρώτη της αντίδραση ήθελε πράγματι να την καθησυχάσει. Καθώς επιστρέψαμε όμως στην παύση που είχε προηγηθεί, άρχισε να διακρίνει κάτι διαφορετικό. Eκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα της είχαν δώσει χρόνο να παρατηρήσει τι συνέβαινε γύρω της πριν απαντήσει. Να αναρωτηθεί, δηλαδή, αν η θεραπευόμενη ζητούσε πραγματικά από εκείνη μια απάντηση ή αν η ίδια η ερώτηση άνοιγε έναν χώρο για να διερευνηθούν οι ιδέες μέσα από τις οποίες η θεραπευόμενη αξιολογούσε τον εαυτό της.

Αυτό το μικρό διάστημα ανάμεσα στην ερώτηση και στην απάντηση έγινε τότε αντικείμενο της εποπτικής μας διερεύνησης. «Αναρωτιέμαι για αυτόν τον χώρο ανάμεσα στην ερώτηση της θεραπευόμενης και στην απάντησή σου», της είπα. «Ποιες πρακτικές και ποιες ιδέες σε στήριξαν μέσα σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο της σιωπής, ώστε να μπορέσεις να σκεφτείς πριν απαντήσεις;»

Η ερώτηση αυτή μας προσκάλεσε να προσεγγίσουμε το staying with από ένα κάπως διαφορετικό πρίσμα. Η παραμονή δεν αφορούσε μόνο το να δώσει στη θεραπευόμενη περισσότερο χρόνο για να διερευνήσει την εμπειρία της. Δημιουργούσε ταυτόχρονα έναν χώρο μέσα στον οποίο δόθηκε η ευκαιρία στην ίδια την θεραπεύτρια να παρατηρήσει τη δική της συμμετοχή. Να μην παρασυρθεί αμέσως από την ερώτηση, να μην στρατολογηθεί από την επαγγελματική προσδοκία να κατέχει μια εξειδικευμένη απάντηση, αλλά να δημιουργήσει έναν μικρό χώρο παρατήρησης, μέσα στον οποίο θα μπορούσε να αναρωτηθεί τι είδους ανταπόκριση θα υπηρετούσε περισσότερο την συν-έρευνα.

Αυτό με επιστρέφει σε εκείνες τις μικρές ρωγμές μέσα στη θεραπευτική συνομιλία, όπου ανοίγεται για τον/τη θεραπευτή/τρια μια στιγμή ανάσας· μια σύντομη απομάκρυνση από την ένταση της στιγμής, αρκετή ώστε να γίνει ορατό κάτι που ίσως, μέσα στην αμεσότητα της συζήτησης, θα περνούσε απαρατήρητο.

Ίσως, αντί να ακολουθούμε γραμμικά τη μία μικρή ιστορία μετά την άλλη, απαντώντας σε κάθε ερώτηση με την επόμενη, να μπορούμε κάποιες φορές να μετακινούμε το βλέμμα μας από το επιμέρους προς το ευρύτερο θέμα που διατρέχει τη συνομιλία. Πώς στεκόμαστε, αρκετά κοντά στον άνθρωπο ώστε να τον ακολουθούμε στην συν-διαμορφωση της συν-ερευνας λεπτό προς λεπτό, αλλά ταυτόχρονα και σε αρκετή απόσταση από την ένταση και την ροή της συν-έρευνας ώστε να μπορούμε να παρατηρούμε όχι μόνο όσα αναδύονται, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε σε αυτά;

Τι γίνεται δυνατό όταν σταθούμε για λίγο μέσα στη συνομιλία και δώσουμε χρόνο στις ίδιες μας τις ερωτήσεις να γίνουν αντικείμενο παρατήρησης; Φαντάζομαι ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν επιβραδύνουμε.

Στην περίπτωση αυτή, η παύση είχε προσφέρει στη θεραπεύτρια ακριβώς αυτήν την δυνατότητα. Αν είχε παρασυρθεί από την ιστορία της θεραπευόμενης και από την άμεση απαίτηση της ερώτησής της, ίσως να είχε βρεθεί στη θέση να χρειάζεται να αποφανθεί— είναι ή δεν είναι «αρκετά ώριμη»; Αντίθετα, παίρνοντας λίγο χρόνο πριν απαντήσει, μπόρεσε να μετακινήσει το επίκεντρο από την ανάγκη για μια δική της απάντηση προς τις ιδέες και τους κυρίαρχους λόγους μέσα από τους οποίους είχε προκύψει αυτή η ερώτηση.

Το παράδειγμα αυτό με οδηγεί να σκεφτώ το staying with ως μια πρακτική που κρατά μαζί την αποκέντρωση και την επιδραστικότητα, ενώ παράλληλα προσφέρει και στον/στη θεραπευτή/τρια την δυνατότητα να επιστρέψει στη συν-έρευνα με μεγαλύτερη επίγνωση του τρόπου με τον οποίο θέλει να συμμετάσχει.

Και ίσως ακριβώς αυτή η επίγνωση να μας επιτρέπει να διακρίνουμε την πολιτική διάσταση του staying with — εκεί όπου η επιλογή να παραμείνουμε ενεργά παρόντες αποκτά ειδικό βάρος μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό και σχεσιακό τοπίο που περιορίζει ή δυσκολεύει τις δυνατότητες του ανθρώπου.

Για παράδειγμα, όταν η πίεση ή η αίσθηση επείγοντος έχουν γίνει τόσο οικεία ώστε ο άνθρωπος να αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να εξηγεί, να δικαιολογεί, να πείθει ή να προχωρά, η επιλογή να επιβραδύνουμε στη θεραπευτική συζήτηση μπορεί να διακόψει, έστω για λίγο, αυτή την απαίτηση. Αντί να απαντήσουμε σε αυτή την πίεση με περισσότερες ερωτήσεις, εξηγήσεις ή καθησυχασμό, μπορούμε να εξετάσουμε τι θα σήμαινε να αντισταθούμε πρωτίστως εμείς οι ίδιοι στις συνέπειες αυτής της επιτακτικότητας για άμεση αλλαγή αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτό επηρεάζει την κατανόηση του ρόλου μας.

Αυτή η επιλογή να επιβραδύνουμε, ιδιαίτερα όταν η αίσθηση της πίεσης να συμβεί κάτι τώρα αρχίσει να οργανώνει τη θεραπευτική συνομιλία, με κάνει να σκέφτομαι τον χρόνο και την κίνηση όχι μόνο ως στοιχεία της θεραπευτικής πρακτικής, αλλά και ως πολιτισμικά και κοινωνικά οργανωμένες εμπειρίες- ως τρόπους με τους οποίους έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει να προχωράμε, να εξελισσόμαστε και να «πηγαίνουμε κάπου».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένας ρυθμός θεραπευτικής κουβέντας που δεν βιάζεται να δημιουργήσει momentum, αλλά περιδιαβαίνει αργά, προσεκτικά και συνεργατικά την περιοχή της εμπειρίας μπορεί να αποτελέσει μια μορφή counter-practice στις νεοφιλελεύθερες επιταγές ενός επιτελεστικού δυτικού βλέμματος που οργανώνει τον χρόνο και την κίνηση ως γραμμική πορεία προς την πρόοδο, την παραγωγικότητα και το αποτέλεσμα. Αλλά με ενδιαφέρει εξίσου το πώς μπορεί να αντιστέκεται σε μια κλινική λογική «εξόρυξης» (extraction) της εμπειρίας— στην ανάγκη να αποσπάσουμε γρήγορα από αυτήν κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε πληροφορία, θεραπευτικό εύρημα ή κατεύθυνση δράσης — και ύστερα να προχωρήσουμε.

Eδώ ίσως αξίζει να σταθούμε λίγο διότι η βιασύνη μας συχνά γεννιέται από μια πρόθεση φροντίδας. Θέλουμε να ανταποκριθούμε άμεσα σε αυτό που βιώνεται ως ανυπόφορο, να προσφέρουμε ανακούφιση, να φανούμε χρήσιμοι· μπορεί ακόμη να αισθανόμαστε ότι ανταποκρινόμαστε σε αυτό που περιμένει από εμάς ο άνθρωπος που προσέρχεται στη θεραπεία ή οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του. Κι όμως, η δέσμευση μου σε μια justice-doing προσέγγιση με καλεί να παρατηρώ πιο προσεκτικά εκείνες τις στιγμές όπου ένας επιβεβλημένος ρυθμός στην θεραεπευτική συζήτηση, ακόμη και όταν προέρχεται από φροντίδα, μπορεί να αναπαράγει μορφές εξουσίας που έχουν ιστορικά διαμορφώσει τις πρακτικές ψυχικής υγείας — μορφές που συχνά απομακρύνουν την εμπειρία από την πολυπλοκότητά της και τον άνθρωπο από τη θέση του φορέα γνώσης για τη ζωή του.

Ίσως αυτό να γίνεται ακόμη πιο εμφανές στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να καταλάβουμε τι «συμβαίνει». Όταν βιαζόμαστε να κατανοήσουμε, υπάρχει ο κίνδυνος να ακούμε μέσα από τις ήδη διαθέσιμες επαγγελματικές μας κατηγορίες, αναζητώντας εκείνο που επιβεβαιώνει όσα ήδη γνωρίζουμε. Η επιβράδυνση μπορεί τότε να κάνει κάτι πολύ διαφορετικό, να μας δώσει χρόνο όχι μόνο να παρατηρήσουμε τι ακούμε, αλλά και να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο ακούμε. Να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι καθίσταται ορατό στην εμπειρία του άλλου, αλλά και τι οι δικές μας προσδοκίες, υποθέσεις και γνώσεις μάς επιτρέπουν — ή μας εμποδίζουν — να παρατηρήσουμε και να ρωτήσουμε.

Ίσως η θεραπευτική μετακίνηση να μην προϋποθέτει μια σταθερή φορά προς τα εμπρός. Ίσως να μοιάζει περισσότερο με μια διαδρομή που, για να συνεχίσει, χρειάζεται κάποιες φορές να επιστρέψει λίγο πίσω· να ξαναπεράσει από ένα σημείο που ήδη διασχίστηκε, να το δει από μια άλλη οπτική, να συνδέσει διαφορετικά σημεία της εμπειρίας ή των αναδυόμενων ιστοριών. Μέσα από αυτές τις μικρές μετατοπίσεις, μπορεί σταδιακά να αλλάζει το τοπίο όσων γίνονται δυνατό να ειπωθούν ή να παρατηρηθούν.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν στέκεται μόνο στο πού οδηγείται η θεραπευτική διαδικασία. Μας επιτρέπει, κάποιες φορές, να σταθούμε μαζί με τον άνθρωπο στο σημείο όπου ήδη βρισκόμαστε- να παρατηρήσουμε πώς φτάσαμε εδώ, τι μας έφερε σε αυτό το σημείο και τι αρχίζει να γίνεται δυνατό από τη θέση αυτή. Ακόμα και μια φαινομενικά απλή κυκλική ερώτηση που προσκαλεί τον άνθρωπο να επανεμπλακεί με τα λόγια και τις εκφράσεις που μόλις μοιράστηκε μπορεί να ανοίξει έναν τέτοιο χώρο: «Καθώς το λες αυτο, τί παρατηρείς; Τί σου γίνεται λίγο πιο ορατό; Πού ταξιδεύει τις σκέψεις σου; Πού πηγαίνει την μνήμη σου;»

Tο staying with, λοιπόν, μας οδηγεί σε μια κάπως διαφορετική κατανόηση του decentred and influential. Η επιδραστικότητά μας μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά μας να παραμένουμε στον ενδιάμεσο τόπο όπου κάτι από το ήδη γνωστό έχει αρχίσει να αποδομείται, χωρίς να βιαζόμαστε να το αντικαταστήσουμε με μια νέα, εξίσου οριστική μορφή. Να στεκόμαστε δίπλα στον άνθρωπο με περιέργεια, στην εμπειρία της αβεβαιότητας που δημιουργεί το να μην γνωρίζουμε ακόμη τι μπορεί να πάρει τη θέση του.

Ίσως τότε το staying with να μην είναι απλώς ένας τρόπος να αφήνουμε νέες δυνατότητες να αναδυθούν, αλλά ένας τρόπος να συμμετέχουμε στη δημιουργία των συνθηκών μέσα στις οποίες η ίδια η ανάγκη για μία και μόνη κατεύθυνση μπορεί προσωρινά να ανασταλεί, επιτρέποντας στην ιστορία να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να είναι.

—-*Τα παραδείγματα και τα αποσπάσματα θεραπευτικής και εποπτικής πρακτικής που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο χρησιμοποιούνται με τη συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων προσώπων. Για την προστασία της ιδιωτικότητας, έχουν τροποποιηθεί ή παραλειφθεί στοιχεία που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την αναγνώρισή τους.

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με το θέμα εδώ:
Αποκεντρωμένη και επιδραστική πρακτική…αρκεί;
Αποκεντρωμένη και επιδραστική: θέση ή (μετα)κίνηση(εις);

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Μπορείτε να την βρείτε και στο: