Είναι ένα απόγευμα σε μια συνεδρία με μια θεραπεύτρια που συνεργαζόμαστε στα πλαίσια της εποπτείας. Έχουμε μόλις ανοίξει μπροστά μας ένα απόσπασμα μιας θεραπευτικής συνομιλίας που ειχε κάνει την προηγούμενη μέρα και το διατρέχουμε ξανά αργά, σταματώντας εδώ κι εκεί. Στην οθόνη εναλλάσσονται οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις. Η μία οδηγεί στην επόμενη, η επόμενη ανοίγει έναν ακόμη αφηγηματικό χάρτη, κι εμείς συνεχίζουμε. Καθώς παρακολουθώ τη θεραπεύτρια να κινείται μέσα στη συνομιλία, αρχίζω να βλέπω μια σχεδόν χαραγμένη διαδρομή: ερώτηση, απάντηση, επόμενη ερώτηση-απάντηση. Οι αφηγηματικοί χάρτες διασχίζονται από πάνω προς τα κάτω, από το ένα σημείο στο επόμενο, και κάπως έτσι η αφήγηση κινείται γραμμικά, χωρίς απαραίτητα να ανοίγει περισσότερο χώρο για τον άνθρωπο να εμπλακεί με την ίδια του την εμπειρία.
Τι επιπτώσεις έχει όταν οι άνθρωποι συμμετέχουν στη θεραπευτική κουβέντα κάνοντας narrating αντί για engaging;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
Αυτές οι στιγμές με έχουν οδηγήσει να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να σημαίνει να μετακινηθούμε από μια μεθοδολογική προσέγγιση των αφηγηματικών χαρτών και πρακτικών προς πολλαπλούς άλλους τρόπους να συμμετέχουμε στη συν-έρευνα, από μια φεμινιστική, ηθική και anti-oppressive τοποθέτηση.
Από αυτή την αναζήτηση άρχισε να παίρνει για μένα μορφή μια πρακτική που αποκαλώ staying with.
Αν υποθέσουμε ότι στο επίκεντρο της θεραπείας βρίσκεται η συν-έρευνα, τότε η πρακτική του staying with με προσκαλεί να παραμένω μαζί με την εμπειρία και με αυτό που ο άνθρωπος φέρνει τη δεδομένη στιγμή στη θεραπευτική συζήτηση, χωρίς να βιαζόμαστε να κινηθούμε προς το «επόμενο βήμα», τη λύση ή ένα διακριτό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Η πρακτική αυτή έχει αρχίσει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοώ και παρατηρώ δυνατότητες να εκφραστεί η επιδραστική πλευρά της θεραπευτικής στάσης του decentred and influential.
Μια τέτοια επιδραστική ανταπόκριση μπορεί, για παράδειγμα, κάποιες φορές να σημαίνει ότι χρειάζεται να επιβραδύνουμε – να καλλιεργούμε, δηλαδή, με συνέπεια την τέχνη αυτού που ο Michael White ονόμαζε “loitering with intent”. Μπορεί να περιλαμβάνει μικρο-πρακτικές που προσκαλούν τον άνθρωπο να πλησιάσει περισσότερο μια λεπτομερή και nuanced διατύπωση της εμπειρίας του και να καταστήσουν ορατές πτυχές της ιστορίας που διαφορετικά θα παρέμεναν στο περιθώριο.
Στις εποπτικές συναντήσεις, για παράδειγμα, μπορεί να σταθούμε σε ένα μικρό απόσπασμα μιας συνομιλίας και να εξετάσουμε πώς συγκεκριμένες μικρο-πρακτικές μπορούν να διαμορφώσουν τη συν-έρευνα με τρόπο που μετακινείται από «το γνωστό και οικείο» προς «αυτό που είναι δυνατό να γνωρίσουμε».
Μπορεί να διερευνήσουμε τη χρήση του permission-seeking, δηλαδή την αναζήτηση άδειας πριν από την είσοδο σε μια νέα περιοχή της εμπειρίας/ιστορίας, μικρές εισαγωγές πριν από μια ερώτηση που καθιστούν πιο ορατό το γιατί και το πώς της ερώτησης, καθώς και πρακτικές checking-in, μέσα από τις οποίες ο/η θεραπευτής/τρια παραμένει σε συνεχή επαφή με το πώς βιώνεται η συνομιλία και με τις επιδράσεις της πρακτικής του/της από στιγμή σε στιγμή. Μπορεί ακόμη να εξετάσουμε τη χρήση εικόνων και μεταφορών ως τρόπων που προσκαλούν μια διαφορετική προσέγγιση της εμπειρίας και δημιουργούν χώρο για την απόδοση και περαιτέρω διερεύνηση του νοήματός της.
Άλλοτε, μπορεί να συζητήσουμε τη χρήση scaffolding μέσα στα τοπία της δράσης και της ταυτότητας ή την προσφορά editorials και summaries που προσκαλούν τον άνθρωπο να επανατοποθετηθεί στη συζήτηση από τη θέση του μάρτυρα, ώστε να διευκρινίσει όσα μόλις μοιράστηκε και να συμβάλει στην περαιτέρω διαμόρφωση της συν-έρευνας. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο κρατάμε σημειώσεις – με διαφάνεια και σε συνεργασία με τον άνθρωπο – μπορεί να γίνει μια πρακτική που ανοίγει δυνατότητες για την ανάδειξη multi-storied εμπειριών.
Αυτές οι μικρο-πρακτικές συχνά λειτουργούν και και ως τρόποι ανταποκρισης σε ζητήματα δύναμης. Ιδιαίτερα στην εργασία με το τραύμα, όπου οι άνθρωποι μπορεί να υφίστανται διάφορες μορφές εκτοπισμού από την αίσθηση της ταυτότητας, τις σχέσεις, το σώμα, έχω συναντήσει στιγμές όπου το να επιβραδύνουμε δεν σημαίνει να καθυστερούμε τη θεραπευτική διαδικασία. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια ταχύτερη πύκνωση εναλλακτικών ιστοριών σύνδεσης και νέων δυνατοτήτων.
Για παράδειγμα, όταν έχει προηγηθεί μια εμπειρία κατά την οποία η συναίνεση έχει παραβιαστεί, αγνοηθεί ή θεωρηθεί δεδομένη, η προσφορά πρακτικών συναίνεσης (consent) και η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο αυτή ανανεώνεται λεπτό προς λεπτό στη θεραπευτική συζήτηση, μπορεί να καταστήσει δυνατή μια διαφορετική εμπειρία επικοινωνίας και διαπραγμάτευσης, μέσα από την οποία η δυνατότητα άσκησης agency ανακτάται. Με αυτή την έννοια, η πρακτική αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως άμεση αντι-πρακτική απέναντι στις λειτουργίες της εξουσίας που είχαν ενεργοποιηθεί μέσα στην τραυματική εμπειρία.
Ίσως αυτή η οπτική να μετατοπίζει λίγο τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τη διεξαγωγή της θεραπευτικής συζήτησης. Με κάνει να ανατρέχω σε εκείνες τις στιγμές που η επιλογή μου να παραμείνω στην πρακτική του “staying with” απέκτησε «πολιτική» σημασία σε σχέση με τους περιορισμούς με τους οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο άνθρωπος.
Για παράδειγμα, όταν η πίεση ή η αίσθηση επείγοντος έχουν γίνει τόσο οικεία ώστε ο άνθρωπος να αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να εξηγεί, να δικαιολογεί, να πείθει ή να προχωρά, η επιλογή να επιβραδύνουμε μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Αντί να απαντήσουμε σε αυτή την πίεση με περισσότερες ερωτήσεις, εξηγήσεις ή καθησυχασμό, μπορούμε να εξετάσουμε τι θα σήμαινε να αντισταθούμε πρωτίστως εμείς οι ίδιοι στις συνέπειες του κατεπείγοντος στη θεραπευτική συζήτηση – αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι στεκόμαστε μέσα σε αυτήν. Πώς θα ήταν να σταθούμε μαζί με τον άνθρωπο στην εμπειρία της αβεβαιότητας και του liminality και να ξεκινήσουμε ακριβώς από εκεί τη διαδικασία της συν-έρευνας; Μια τέτοια επιβράδυνση μπορεί να καταστήσει δυνατή μια μορφή μαρτυρίας που βρίσκεται «δίπλα» στον άνθρωπο, αντί να τοποθετείται «πάνω» του.
Αυτό με κάνει να σκέφτομαι την πολιτισμική και κοινωνική διάσταση του χρόνου και της κίνησης ως συλλογικών εμπειριών, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους έχουμε μάθει να τους αποδίδουμε νόημα μέσα από την ιδέα της προόδου.
Το να μην βιαζόμαστε να προχωρήσουμε μπορεί να αποτελεί μια μικρή αντίσταση στις νεοφιλελεύθερες επιταγές ενός επιτελεστικού δυτικού βλέμματος που αντιλαμβάνεται τον χρόνο και την κίνηση ως γραμμική πορεία προς την εξέλιξη, την παραγωγικότητα και το αποτέλεσμα. Αλλά ίσως αντιστέκεται και σε μια κλινική αντίληψη «εξόρυξης» (extraction) από την εμπειρία – την ανάγκη να αποσπάσουμε κάτι από αυτήν, να το μετατρέψουμε σε πληροφορία, θεραπευτικό εύρημα ή κατεύθυνση δράσης και να προχωρήσουμε παρακάτω. Με κάνει, για παράδειγμα, να αναρωτιέμαι πότε οι παύσεις (και τί είδους παύσεις) μπορούν να αποτελέσουν μια επιδραστική ανταπόκριση στην αίσθηση του επείγοντος που συνοδεύει το πρόβλημα, αλλά και στην κλινική παρόρμηση να σπεύσουμε να διασώσουμε.
Αυτό το τελευταίο με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλουμε στον ρυθμό της θεραπευτικής συνομιλίας συχνά γεννιέται από μια πρόθεση φροντίδας – να ανταποκριθούμε άμεσα σε αυτό που βιώνεται ως επείγον, να προσφέρουμε ανακούφιση, να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες του προσερχόμενου στην θεραπεία ή ακόμη και των οικείων του. Η δέσμευσή μου όμως σε μια justice-doing προσέγγιση, με καλεί να παρατηρώ τις στιγμές εκείνες στις θεραπευτικές συζητήσεις που η βιασύνη μπορεί, ακόμη και άθελά μου, να αναπαράγει μορφές εξουσίας που έχουν ιστορικά διαμορφώσει την ψυχική υγεία, απο-ανθρωποποιώντας την εμπειρία και τον άνθρωπο που τη βιώνει.
Όταν σπεύδουμε να καταλάβουμε τι «συμβαίνει», υπάρχει ο κίνδυνος να ακούμε μέσα από τις ήδη διαθέσιμες επαγγελματικές μας κατηγορίες, αναζητώντας εκείνο που επιβεβαιώνει όσα ήδη γνωρίζουμε. Η επιβράδυνση μπορεί, αντίθετα, να μας δώσει τον χρόνο να παρατηρήσουμε όχι μόνο τι ακούμε, αλλά και πώς ακούμε. Όχι μόνο τι καθίσταται ορατό στην εμπειρία του άλλου, αλλά και τι οι δικές μας προσδοκίες και υποθέσεις μας επιτρέπουν – ή τί μας εμποδίζουν – να παρατηρήσουμε και να ρωτήσουμε.
Στην εποπτεία, αυτή η μετατόπιση της προσοχής μπορεί να γίνει ιδιαίτερα γόνιμη όταν επιστρέφουμε σε μια συγκεκριμένη στιγμή της θεραπευτικής συνομιλίας. Μπορεί να ρωτήσω. «Tί ήταν αυτό που σε εμπόδισε σε αυτό το σημείο να παραμείνεις με την παρούσα διατύπωση όπως αυτή αναδείχθηκε την συγκεκριμένη στιγμή στην κουβέντα; Τί ιδέες ήταν μαζί σου εκείνη την στιγμή; Τί άλλο ήταν παρόν κοντά σου και δημιούργησε την αίσθηση ότι πρέπει να προχωρήσεις την κουβέντα παρακάτω;».
Επιστρέφοντας σε αυτές τις στιγμές, αρχίζω να σκέφτομαι ότι το “staying with” δεν αφορά μόνο τον ρυθμό μιας θεραπευτικής συνομιλίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι ίδιοι ως θεραεπυτές, επιλέγουμε να κινούμαστε με τον χρόνο, και μέσα στον χρόνο που έχουμε να περάσουμε μαζί.
Με αυτή την έννοια, το “staying with” δεν είναι μια πρακτική που ασκείται πάνω στον/στην θεραπευόμενο/η, αλλά μια στάση που στρέφεται πρωτίστως προς εμάς τους ίδιους και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε μέσα στη θεραπευτική συνομιλία. Γίνεται, για μένα, μια πρακτική ηθικής περιέργειας και διαρκούς responsiveness. Μια πρόσκληση να παραμένουμε σε επαγρύπνηση απέναντι σε αυτό που αναδύεται, αλλά και απέναντι στον τρόπο με τον οποίο εμείς το εισπράττουμε.
Μας καλεί, έτσι, να επανεξετάσουμε τι μπορεί να σημαίνει «προχώρημα» σε μια θεραπευτική πορεία. Ίσως η θεραπευτική μετακίνηση να μην προϋποθέτει μια σταθερή φορά προς τα εμπρός, αλλά να μπορεί να είναι πολυκατευθυντική. Να επιστρέφει σε κάτι που έχει ήδη ειπωθεί, να το εξετάζει από μια άλλη οπτική, να συνδέει διαφορετικά σημεία της εμπειρίας ή των αναδυόμενων ιστοριών και, μέσα από αυτές τις μικρές μετατοπίσεις, να μεταβάλλει σταδιακά το τι γίνεται δυνατό να ειπωθεί ή να παρατηρηθεί.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν στέκεται μόνο στο πού οδηγείται η θεραπευτική διαδικασία αλλά μας επιτρέπει, κάποιες φορές, να σταθούμε μαζί με τον άνθρωπο στο σημείο όπου ήδη βρισκόμαστε- να παρατηρήσουμε πώς φτάσαμε εδώ, τι μας έφερε σε αυτό το σημείο και τι αρχίζει να γίνεται δυνατό από τη θέση αυτή.
Ίσως, λοιπόν, το staying with να μας οδηγεί σε μια κάπως διαφορετική κατανόηση του decentred and influential. Η επιδραστικότητά μας μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά μας να παραμένουμε στον ενδιάμεσο τόπο όπου κάτι από το ήδη γνωστό έχει αρχίσει να αποδομείται, χωρίς να βιαζόμαστε να το αντικαταστήσουμε με μια νέα, εξίσου οριστική μορφή. Να στεκόμαστε δίπλα στον άνθρωπο με περιέργεια, στην εμπειρία της αβεβαιότητας που δημιουργεί το να μην γνωρίζουμε ακόμη τι μπορεί να πάρει τη θέση του.
Ίσως τότε το staying with να μην είναι απλώς ένας τρόπος να αφήνουμε νέες δυνατότητες να αναδυθούν, αλλά ένας τρόπος να συμμετέχουμε στη δημιουργία των συνθηκών μέσα στις οποίες η ίδια η ανάγκη για μία και μόνη κατεύθυνση μπορεί προσωρινά να ανασταλεί, επιτρέποντας στην ιστορία να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να είναι.
Διαβάστε περισσότερα σχετικά με το θέμα εδώ:
Αποκεντρωμένη και επιδραστική πρακτική…αρκεί;
Αποκεντρωμένη και επιδραστική: θέση ή (μετα)κίνηση(εις);
