Αποκεντρωμένη και επιδραστική πρακτική…αρκεί;

Α

«Μα τότε… τι επιτρέπεται στον θεραπευτή να κάνει;»

Η ερώτηση ήρθε προς το τέλος μιας εποπτικής συζήτησης.

Είχαμε περάσει αρκετή ώρα κοιτάζοντας ένα απόσπασμα από μια θεραπευτική συνομιλία που έφερε η εποπτευόμενη. Η θεραπεύτρια προσπαθούσε με μεγάλη προσοχή να παραμένει αποκεντρωμένη: να μην προτρέχει σε ερμηνείες, να μην υποθέτει ότι γνώριζε ήδη τι σήμαιναν τα λόγια του ανθρώπου απέναντί της, να επιστρέφει σε εκείνον για να ελέγξει αν αυτό που εξερευνούσαν παρέμενε σημαντικό για τον ίδιο. Οι ερωτήσεις της οικοδομούνταν πάνω στην προηγούμενη απάντηση του ανθρώπου, χτίζοντας πάνω στις λέξεις, τις εικόνες και τις μεταφορές που έφερνε εκείνος στη συζήτηση.

Κι όμως, κάποια στιγμή μέσα στη συζήτησή μας εμφανίστηκε μια αμηχανία.

«Αν δεν είμαι εγώ αυτή που θα πει τι είναι σωστό ή λάθος, και αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ο ειδικός στη ζωή του, τότε πού σταματάει αυτό;» ρώτησε. «Μπορεί τελικά να σημαίνει ότι όλα είναι αποδεκτά; Ότι όλα είναι απλώς διαφορετικές οπτικές;»

Η ερώτηση αυτή δεν μου είναι άγνωστη.

Την έχω συναντήσει ξανά και ξανά στις εποπτείες μου, άλλοτε διατυπωμένη τόσο άμεσα και άλλοτε να εμφανίζεται μέσα από πιο τεχνικά ερωτήματα: Ήταν αυτή η ερώτηση αρκετά αφηγηματική; Ήμουν πολύ κατευθυντική; Επιτρέπεται στον θεραπευτή να πάρει θέση; Πώς μπορώ να είμαι επιδραστική χωρίς να γίνω κεντρική;

Η κριτική του «anything goes»

Η ανησυχία ότι το decentred μπορεί να οδηγήσει στο «anything goes» δεν είναι καινούργια. Ακολουθεί, με διαφορετικούς τρόπους, πολλές από τις κριτικές που έχουν ασκηθεί μεταμοντέρνες και κονστρουξιονιστικές προσεγγίσεις – ότι, αν δεν υπάρχει μια αντικειμενική και υπερβατική θέση από την οποία μπορούμε να αποφανθούμε τι είναι «αληθινό», «φυσιολογικό», «υγιές» ή «σωστό», τότε κινδυνεύουμε να διολισθήσουμε σε έναν ακραίο σχετικισμό – σε ένα anything goes όπου όλες οι πραγματικότητες και όλες οι οπτικές μοιάζουν εξίσου έγκυρες και, μαζί τους, χάνεται το έδαφος για ηθική και πολιτική κρίση.

H κριτική αυτή γίνεται ιδιαίτερα πιεστική όταν δεν μιλάμε για αφηρημένες διαφορές οπτικής αλλά για ζητήματα βίας, κακοποίησης, ρατσισμού, σεξισμού ή άλλων μορφών συστημικής αδικίας.

Αν δεν θέλουμε ο θεραπευτής να επιστρέψει στη θέση του ειδικού που ξέρει καλύτερα, πώς μπορούμε να πάρουμε θέση απέναντι σε αυτά;

Πώς μπορούμε να παραμένουμε ανοιχτοί στην αβεβαιότητα των δικών μας υποθέσεων χωρίς η αποκέντρωση να μετατρέπεται σε ουδετερότητα ή πολιτική αδράνεια;

Όσο περισσότερο εξετάζω αυτά τα ερωτήματα μέσα από την εποπτική μου πρακτική, τόσο περισσότερο επιστρέφω στην έννοια της «αποκεντρωμένης και επιδραστικής» θέσης που έχει αναπτυχθεί στη βιβλιογραφία της αφηγηματικής θεραπείας. Ο White περιέγραψε αυτή τη θεραπευτική στάση ήδη από τις σημειώσεις διδασκαλίας του το 2005, και την ανέπτυξε περαιτέρω στο Maps of Narrative Practice.

Michael White Workshop Notes

The Four Quadrants

DE-CENTERED

CENTERED

Influential

De-centered and influential (potentially invigorating of a therapist)

Centered and influential (potentially burdening of therapist)

Non-influential

De-centered and non-influential (potentially invalidating of therapist)

Centered and non-influential (potentially exhausting of therapist)

Πρόθεση του/της θεραπευτή/τριας είναι να αναπτύσσει πρακτικές που του επιτρέπουν να κινείται μέσα στο πάνω αριστερό τεταρτημόριο. Αυτό, όμως, προϋποθέτει να εξετάσουμε προσεκτικά τι σημαίνει καθένα από αυτά τα δύο στοιχεία.

Τι σημαίνει decentred;

Το να είναι ο/η θεραπευτής/τρια αποκεντρωμένος/η σημαίνει, μεταξύ άλλων, να μην εγκαθίσταται σε μια ιεραρχική θέση γνώσης – να μην θεωρεί ότι γνωρίζει εκ των προτέρων τι είναι καλύτερο για τον άνθρωπο απέναντί του, ούτε να αποδίδει ο ίδιος το τελικό νόημα στην εμπειρία του. Η αφηγηματική πρακτική μετακινεί, έτσι, την ειδημοσύνη του/της θεραπευτή/τριας. Η ειδημοσύνη μας δεν βρίσκεται τόσο στο να γνωρίζουμε ποια «παρέμβαση» πρέπει να εφαρμόσουμε, όσο στο να δημιουργούμε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίζουν και να αναπτύσσουν τις δικές τους γνώσεις, αξίες, δεξιότητες και προθέσεις. Η συν-έρευνα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της θέσης. Η φωνή, οι ερμηνείες, οι προτιμήσεις και οι τρόποι κατανόησης του ανθρώπου αποκτούν προνομιακή θέση στη συνομιλία, ενώ ακόμη και το τι θα εξεταστεί και πώς θα διεξαχθεί η θεραπεία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Αυτό σημαίνει επίσης ότι η εμπειρία του ανθρώπου από τη θεραπευτική συνομιλία αποτελεί γνώση που ο/η θεραπευτής/τρια δεν μπορεί να αποκτήσει μόνος/η του/της. Η αναζήτηση ανατροφοδότησης – τι ήταν χρήσιμο, τι δεν ταίριαξε, τι δυνατότητες άνοιξαν ή περιορίστηκαν μέσα στη συζήτηση – δεν είναι απλώς μια πρακτική διαφάνειας, αλλά ένας τρόπος να παραμένουμε υπόλογοι για την επιρροή μας και να επιτρέπουμε στην εμπειρία του άλλου να διαμορφώνει την πρακτική μας. Με άλλα λόγια, το decentred αφορά μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της θεραπευτικής γνώσης.

Τι σημαίνει influential;

Ο White περιγράφει την επιδραστικότητα όχι ως την επιβολή μιας θεραπευτικής ατζέντας ούτε ως την εφαρμογή έτοιμων παρεμβάσεων, αλλά ως την ευθύνη του/της θεραπευτή/τριας να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση μιας συνομιλίας μέσα στην οποία μπορούν να γίνουν διαθέσιμες άλλες δυνατότητες νοηματοδότησης. Μέσα από τις ερωτήσεις και τη συν-έρευνα, ο/η θεραπευτής/τριας μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να στραφεί σε πλευρές της εμπειρίας του που έχουν μείνει στο περιθώριο της κυρίαρχης ιστορίας, να αναγνωρίσει γνώσεις, δεξιότητες και αξίες που ήδη διαθέτει και να τις επανασυνδέσει με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει όσα τον δυσκολεύουν.

Με αυτή την έννοια, ο/η θεραπευτής/τρια μπορεί να είναι επιδραστικός/ή χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα πρέπει να οδηγηθεί η συνομιλία. Η επιρροή του/της δεν βρίσκεται στο να κατευθύνει τον άνθρωπο προς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά στο να ανοίγει χώρο για να εξεταστεί η κυρίαρχη ιστορία, να αμφισβητηθούν οι αυτονόητες εκδοχές του εαυτού και της ζωής του και να αποκτήσουν μεγαλύτερη παρουσία άλλες, μέχρι τότε λιγότερο διαθέσιμες, ιστορίες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούν να αναδυθούν διαφορετικές εκδοχές προσωπικής δράσης και πιο προτιμώμενες εκδοχές ζωής και ταυτότητας.

Η επιδραστικότητα, μια παραμελημενη πλευρά της θεραπευτικής στάσης

Στις εποπτείες μου παρατηρώ συχνά ότι οι θεραπευτές/τριες και οι φοιτητές/τριες μπορούν να μιλήσουν με μεγάλη ακρίβεια για την αποκεντρωμένη πλευρά της πρακτικής τους, ενώ δυσκολεύονται περισσότερο να περιγράψουν πώς εκφράζεται στην πράξη η επιδραστική τους θέση.

Ακούω συχνά διατυπώσεις όπως:

«Αντιστάθηκα στην παρόρμηση να αξιολογήσω εγώ για εκείνον αν η απόφασή του ήταν σωστή και του ζήτησα να εξετάσει ο ίδιος τις επιπτώσεις της…»

«Έκανα check-in μαζί της και παρέμεινα στην κατεύθυνση που είχε επιλέξει εκείνη για την συζήτησή μας

«Προσπάθησα να μείνω κοντά στη δική του γλώσσα (experience-near questions)

Και πράγματι, υπάρχει μια σημαντική ηθική δέσμευση σε αυτές τις προσπάθειες.

Ωστόσο, κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν, στην προσπάθειά μας να μην καταλάβουμε κεντρικό ρόλο στη θεραπευτική συνομιλία, υπάρχει ο κίνδυνος να παραβλέψουμε κάτι εξίσου σημαντικό – ότι η παρουσία μας εξακολουθεί να έχει επιρροή. Το influential δεν αφορά μόνο τη δυνατότητα να διευκολύνουμε την ανάδυση εναλλακτικών ιστοριών. Αφορά και την αναγνώριση ότι, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο ρωτάμε, ακούμε, παρατηρούμε και ανταποκρινόμαστε, συμμετέχουμε ενεργά στη διαμόρφωση της συνομιλίας και, επομένως, των δυνατοτήτων που μπορεί να ανοίξουν μέσα από αυτήν.

Η επιρροή αυτή μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, άλλοτε πιο φανερούς και άλλοτε πολύ πιο διακριτικούς. Και καμία θεραπευτική πρακτική δεν είναι harm-free – απαλλαγμένη από την πιθανότητα να προκαλέσει βλάβη. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι πώς θα απαλλαγούμε από τις θέσεις δύναμης που αναπόφευκτα κρατάμε στην θεραπευτική συζήτηση σε σχέση με τον άλλο (τάξη, φύλο, εκπαίδευση κτλ). Αυτό δεν είναι κάτι που η αποκεντρωμένη μας στάση μπορεί να εξαλείψει. Περισσότερο, είναι να εξετάζουμε διαρκώς την ηθική μας τοποθέτηση και να κρατάμε την πρακτική μας υπόλογη απέναντι στις ηθικές δεσμεύσεις που ισχυριζόμαστε ότι υπηρετούμε.

Από αυτή την οπτική, ίσως χρειάζεται να μετατοπίσουμε λίγο και το ερώτημα. Όχι μόνο «Πώς μπορώ να παραμείνω αποκεντρωμένος/η;», αλλά και «Πώς ασκώ την επιρροή μου; Τι είδους δυνατότητες δημιουργώ και τι μπορεί να αποκλείω μέσα από τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχω στη συν-έρευνα;». Γιατί το να μην διεκδικούμε τη θέση του/της ειδικού δεν σημαίνει ότι παύουμε να βρισκόμαστε σε θέσεις δύναμης μέσα στη θεραπευτική σχέση. Ούτε σημαίνει ότι οι δικές μας παραδοχές, αξίες και τρόποι κατανόησης του κόσμου παύουν να συμμετέχουν στη συνομιλία.

Αυτό είναι κάτι που έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο κεντρικό στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι τη θεραπεία και την εποπτεία. Πώς μπορούμε να διαμορφώνουμε την πρακτική μας έτσι ώστε να πραγματώνει τη σχεσιακή μας ηθική (relational ethics), πάντοτε μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια και σχέσεις δύναμης; Γιατί η ουδετερότητα είναι από μόνη της μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση.

Και εδώ ίσως χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τι εννοούμε όταν μιλάμε για influential.

Από το influential στο politically influential

Στην εποπτεία, οι θεραπευτές/τριες που συναντώ έχουν την ευκαιρία να επιστρέψουν σε συγκεκριμένα fragments των θεραπευτικών τους συζητήσεων και να εξετάσουν από κοντά τις μικρο-πρακτικές μέσα από τις οποίες συμμετείχαν ενεργά στη συν-έρευνα, παραμένοντας «μαζί» με τον άνθρωπο και όχι ενεργώντας «πάνω» του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αναζητούμε τρόπους συμμετοχής που να είναι τοπικοί, μοναδικοί και ανταποκρινόμενοι σε όσα αναδύονται στη συγκεκριμένη θεραπευτική συνομιλία, και που να μπορούν να προσκαλέσουν anti-oppressive δυνατότητες, διαδρομές και κινήσεις.

Καθώς στεκόμουν ξανά και ξανά μαζί τους σε αυτές τις στιγμές, άρχισε να επιστρέφει για εμένα ένα ένα ερώτημα. Αρκεί άραγε το influential για να αποτυπώσει αυτό που διακυβεύεται όταν μιλάμε για μια πρακτική decentred and influential;

Δεν ήταν μια σκέψη που είχα ξεκινήσει με ένα έτοιμο θεωρητικό σχήμα. Ήταν κάτι που άρχισε να παίρνει μορφή μέσα από τον τρόπο με τον οποίο παρατηρούσα την επιρροή να εγγράφεται στις μικρές επιλογές της θεραπευτικής συμμετοχής και από την ανάγκη να κατανοήσω δίπλα τους όχι μόνο πότε οι θεραπευτές/τριες είναι επιδραστικοί/ές, αλλά και τι καθιστά την επιρροή τους πολιτικά και ηθικά σημαντική σε συγκεκριμένα πλαίσια.

Κάπως έτσι άρχισε να εμφανίζεται στη σκέψη μου η λέξη politically: politically influential.

Η προσθήκη αυτή μου επιτρέπει να κρατήσω στο οπτικό μου πεδίο κάτι που εύκολα μπορεί να μείνει στο περιθώριο, ότι η θεραπευτική μας επιρροή δεν ασκείται σε ένα κοινωνικό και πολιτικό κενό. Διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια δύναμης και, επομένως, αφορά αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε μέσα σε αυτά.

Υπάρχει κάτι που γίνεται δύσκολο να αγνοήσει κανείς όταν αρχίζει να κοιτάζει τη θεραπευτική σχέση μέσα από αυτό το πρίσμα. O άνθρωπος που ζητά θεραπεία και ο/η θεραπευτής/τρια δεν εισέρχονται στον θεραπευτικό χώρο με τις ίδιες κοινωνικές ή θεσμικές δυνατότητες και την ίδια ισχύ. Το ότι ο/η θεραπευτής/τρια προσπαθεί να παραμένει αποκεντρωμένος/η δεν εξαφανίζει αυτή την ασυμμετρία. Ίσως, μάλιστα, η αξία της αποκέντρωσης να βρίσκεται ακριβώς στο ότι μας βοηθά να μην την ξεχνάμε.

Και από τη στιγμή που αυτή η ασυμμετρία παραμένει στο οπτικό μας πεδίο, ένα ακόμη ερώτημα αρχίζει να αναδύεται. Τι γίνεται με τον κόσμο μέσα στον οποίο οι άνθρωποι ζουν πριν φτάσουν στη θεραπεία; Μέσα σε ποιες κοινωνικές, πολιτισμικές και θεσμικές συνθήκες αποκτούν μορφή τα προβλήματα και οι εμπειρίες για τις οποίες ζητούν βοήθεια; Ποιες κανονικότητες και σχέσεις δύναμης περιορίζουν ή διευρύνουν τις δυνατότητές τους; Και πώς όλα αυτά διαμορφώνουν όσα μπορούν να ειπωθούν, να ακουστούν και να διερευνηθούν μέσα στη συνομιλία;

Όμως το ερώτημα δεν μένει εκεί. Σαν να μας γυρίζει, σχεδόν αναπόφευκτα, πίσω στη θεραπευτική σχέση και στη δική μας θέση μέσα σε αυτήν. Γιατί κι εμείς ερχόμαστε στη συνομιλία από κάπου. Φέρνουμε μαζί μας την κοινωνική και επαγγελματική μας θέση, τις παραδοχές μας, τους τρόπους με τους οποίους έχουμε μάθει να κατανοούμε τον κόσμο. Αυτά μπορεί να επηρεάζουν το πώς ακούμε, τι προσέχουμε, ποιες ερωτήσεις μας έρχονται πρώτες και πώς ανταποκρινόμαστε σε όσα ακούμε. Δεν υπάρχει, ίσως, κάποιο σημείο έξω από αυτές τις επιρροές στο οποίο μπορούμε να σταθούμε. Υπάρχει, όμως, η δυνατότητα να τις φέρνουμε μέσα στη θεραπευτική συνομιλία ως αντικείμενο διερεύνησης – να τις καθιστούμε περισσότερο ορατές και εξετάσιμες από τον ίδιο τον άνθρωπο, ακόμη και όταν πρόκειται για επιρροές που εμείς δεν αναγνωρίζουμε, αλλά των οποίων τις συνέπειες μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος απέναντί μας.

Και κάπου εδώ συναντώ μια από τις πιο επίμονες παρερμηνείες της αποκεντρωμένης θέσης – την ιδέα ότι decentred σημαίνει ουδέτερος. Όμως ο White μας προσκαλεί σε μια πολύ πιο απαιτητική διάκριση. Μας ζητά να εξετάσουμε τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες ασκείται η δύναμη στην θεραεπυτική σχέση και να αναρωτιόμαστε ποιες είναι περισσότερο επιβαλλόμενες και ποιες λιγότερο. Όπως υποστηρίζει, όταν όλες οι πράξεις εξουσίας αντιμετωπίζονται ως ίδιες, χάνεται η δυνατότητα να ασκηθεί κριτική στην πρακτική μας — και μαζί της το κίνητρο να την καταστήσουμε περισσότερο υπόλογη στους ανθρώπους που μας συμβουλεύονται (White, 2000, p. 100).

Αυτή η διάκριση μετακίνησε, για μένα, κάτι σημαντικό. Το ερώτημα δεν ήταν πια αν μπορώ να αποφύγω την επιρροή μου. Ήταν τι σημαίνει να αναλαμβάνω την ευθύνη γι’ αυτήν. Και ήταν μέσα σε αυτή τη μετατόπιση που άρχισε να παίρνει μορφή η προσθήκη που κάνω στον όρο decentred and influential: politically influential.

Η λέξη politically δεν μπήκε για να δώσει στον/στην θεραπευτή/στρια έναν ακόμη ρόλο – εκείνον του ανθρώπου που φέρνει τις δικές του πολιτικές πεποιθήσεις μέσα στη θεραπεία. Εδώ βρίσκω και την διαφορά ανάμεσα στην κατευθυντικότητα και την επιδραστικότητα. Δεν πρόκειται για την εισαγωγή των προσωπικών μας αξιών ή πολιτικών θέσεων και την επιβολή τους στους ανθρώπους που συναντούμε θεραπευτικά. Πρόκειται, αντίθετα, για μια πρόσκληση να μην χάνουμε από το βλέμμα μας τις διασταυρούμενες σχέσεις ισχύος μέσα στις οποίες διαμορφώνονται οι εμπειρίες των ανθρώπων και να αντιστεκόμαστε στις κανονιστικές κρίσεις για τη ζωή, τις επιλογές και τις ταυτότητές τους.

Να αναγνωρίζουμε ότι ήδη συμμετέχουμε σε σχέσεις δύναμης και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη να εξετάζουμε πώς η δική μας συμμετοχή μπορεί να διευρύνει ή να περιορίζει τον χώρο της θερεαπευτικής κουβέντας. Να παίρνουμε θέση χωρίς να καταλαμβάνουμε τη θέση του ειδικού. Να είμαστε επιδραστικοί χωρίς να ενεργούμε «πάνω» στον άλλον. Και να αναγνωρίζουμε ότι ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε να μην ασκήσουμε την εξουσία μας είναι ήδη μια ηθική και πολιτική επιλογή.

Πέρα από την αφηγηματική «μέθοδο» προς μια anti-oppressive practice

Με τον καιρό, η ίδια η έννοια της συν-έρευνας άρχισε να μου φαίνεται πιο σύνθετη από τους χάρτες μέσα από τους οποίους συνήθως περιγράφουμε τη θεραπευτική διαδικασία. Οι χάρτες, τότε, έμοιαζαν να είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Περισσότερο από μια ακολουθία πρακτικών, άρχισα να τη βλέπω ως έναν τρόπο τοποθέτησης μέσα στη θεραπευτική συζήτηση – ως μια κοινότητα από ethics, positioning και πρακτικές που αμφισβητούν την αναγωγή της ανθρώπινης εμπειρίας σε αποκλειστικά κλινικές, βιολογικές ή επιστημονικές κατηγορίες και αναγνωρίζουν την ειδημοσύνη των ανθρώπων στη ζωή τους.

Και τότε κάτι μετακινήθηκε και στον τρόπο με τον οποίο κοιτούσα τη θέση του de-centred and influential. Το ερώτημα δεν ήταν πια τόσο αν είχα βρει τη «σωστά αφηγηματική» ερώτηση ή αν στεκόμουν με τον σωστό τρόπο στην αποκεντρωμένη και/ή επιδραστική μου θέση. Άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για όσα συμβαίνουν μέσα στον χρόνο που μοιραζόμαστε στη συν-έρευνα – για τον τρόπο με τον οποίο αυτή η κοινή παραμονή (και κίνηση) μπορεί να καλλιεργεί συνθήκες ανταλλαγής, αμοιβαιότητας και μοιράσματος ιστοριών μέσα σε έναν ρητά anti-oppressive χώρο.

Έχω επιλέξει συνειδητά να σκέφτομαι την αφηγηματική θεραπεία ως μια social justice προσέγγιση και αυτό επιδρά αισθητά στο πώς φέρνω τον εαυτό μου στην θεραπευτική στάση του decentred and influential. Η θέση αυτή αποκτά για μένα μια διαφορετική υφή που γίνεται αισθητή ακόμα και ενσώματα. Διότι με αποτρέπει από το να αντιλαμβάνομαι την κοινωνική δικαιοσύνη απλώς ως ένα ακόμη ξεχωριστό θέμα που προσθέτουμε στη θεραπευτική συνομιλία. Διαπερνά τον τρόπο με τον οποίο εισπράττω, παρατηρώ, γινόμαι μάρτυρας και ανταποκρίνομαι στις ιστορίες των ανθρώπων.

Κάτι τέτοιο, όμως, προϋποθέτει μια ιδιαίτερη μορφή περιέργειας: μια response-based περιέργεια, που δεν αναζητά απλώς τι «λειτουργεί», αλλά πώς να παραμένουμε σε επαγρύπνηση των κυρίαρχων αφηγήσεων που επιδιώκουν να κατοικήσουν στην θεραπευτική συζήτηση. Ο White το διατυπώνει με έναν τρόπο που βρίσκω ιδιαίτερα εύστοχο. Αυτή η περιέργεια δεν οδηγεί σε ένα anything-goes, όπως κάποιες φορές παρερμηνεύεται, αλλά μάλλον σε ένα “nothing goes without question” (White, 2000, p. 115).

Η φράση αυτή, για μένα, μετακινεί ξανά το έδαφος. Γιατί αν τίποτα δεν περνά χωρίς ερώτηση, τότε η πολιτική διάσταση της επιδραστικής μας θέσης δεν χρειάζεται να αναζητηθεί μόνο στις μεγάλες θεραπευτικές παρεμβάσεις. Αρχίζει να γίνεται ορατή πολύ πιο κοντά στο έδαφος της καθημερινής πρακτικής.

Στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τον χρόνο και τον χώρο της συνομιλίας. Σε όσα επιλέγουμε να φέρουμε στο προσκήνιο και σε όσα, σχεδόν ανεπαίσθητα, αφήνουμε στο περιθώριο. Ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο κρατάμε σημειώσεις. Για παράδειγμα, ακόμη κι όταν προσπαθώ να κάνω ένα βήμα πίσω στην αποκεντρωμένη θέση, ο τρόπος με τον οποίο παρίσταμαι στις μαρτυρίες βλάβης που μου εμπιστεύεται ένας άνθρωπος αποτελεί ήδη μέρος του τρόπου με τον οποίο πολιτικοποιώ την πρακτική μου. Αναρωτιέμαι, ποιος γνωρίζει τι καταγράφεται; Τι επιλέγεται να καταγραφεί; Ποιος έχει πρόσβαση σε αυτή τη γνώση; Και τι αλλάζει όταν η ίδια η διαδικασία της καταγραφής γίνεται συνεργατική, διαφανής και διαπραγματεύσιμη; Τέτοιες λεπτομέρειες μπορεί να μοιάζουν μικρές, όμως είναι ακριβώς εκεί που η θέση μας αποκτά καθημερινή, απτή μορφή.

Κι έτσι, σχεδόν χωρίς να το έχουμε προγραμματίσει, επιστρέφουμε στο ερώτημα της ειδημοσύνης – μόνο που τώρα το ερώτημα έχει γυρίσει ανάποδα. Αν θεωρήσουμε ότι εμείς είμαστε οι «ειδικοί», τότε πού βρίσκονται οι άνθρωποι με τους οποίους συνομιλούμε; Στεκόμαστε μόνοι μας στη γωνιά της ειδημοσύνης; Και, αν αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους ως ειδικούς στη ζωή τους, πού βρισκόμαστε εμείς;

Κάπου εδώ, η αποκέντρωση αρχίζει, για μένα, να ανοίγει σαν ένας δρόμος με περισσότερες στροφές απ’ όσες αρχικά μπορεί να διακρίναμε. Δεν μοιάζει πια με μια πρόσκληση να κάνω απλώς ένα βήμα πίσω. Με προσκαλεί να εξετάσω πώς η συμμετοχή μου στη θεραπευτική συζήτηση επηρεάζει την ανάπτυξη μιας ηθικής σχέσης με τη θεραπευτική μου εξουσία. Να καλλιεργώ, δηλαδή, την ικανότητα να με αγγίζει η εμπειρία του θεραπευόμενου χωρίς να σπεύδω να τη μετατρέψω σε πληροφορία. Να αναγνωρίζω τις δικές μου τάσεις προς τη βεβαιότητα, τη διάσωση, την αποφυγή, την επίκληση της ειδημοσύνης, την κριτική, το performance και τον έλεγχο. Να αναλαμβάνω την ευθύνη για την επιρροή της θέσης μου χωρίς να μετατρέπω αυτή την επιρροή σε εξουσία πάνω στον άλλον. Ίσως τότε ο χώρος, η δύναμη και η συν-έρευνα να μην είναι κάτι που απλώς «μοιράζεται», αλλά κάτι που χρειάζεται να παραμένει διαρκώς υπό διαπραγμάτευση μέσα στη σχέση.

Και μαζί με αυτά, το accountability

Υπάρχει κάτι που επιστρέφει συχνά στη σκέψη μου όταν αναλογίζομαι τι σημαίνει να ασκούμε μια αποκεντρωμένη πρακτική. Είναι μια μάλλον άβολη σκέψη – ότι, σε μεγάλο βαθμό, ως θεραπευτές/τριες μαθαίνουμε τη δουλειά μας πάνω στις πλάτες των ανθρώπων που προσέρχονται στην θεραεπεία. Μαθαίνουμε μέσα από τις συναντήσεις μας μαζί τους, μέσα από όσα δεν είδαμε εγκαίρως, μέσα από ερωτήσεις που δεν κάναμε, μέσα από κινήσεις που δεν είχαν την επίδραση που φανταζόμασταν. Και αυτό σημαίνει ότι, όταν δεν αναστοχαζόμαστε επαρκώς την πρακτική μας ή όταν δεν καταφέρνουμε να ανταποκριθούμε στις ηθικές μας δεσμεύσεις, δεν είμαστε εμείς απαραίτητα εκείνοι που πληρώνουμε το μεγαλύτερο τίμημα. Πολύ συχνά, αυτό το κόστος το επωμίζονται οι ίδιοι οι άνθρωποι που μας εμπιστεύτηκαν.

Ίσως γι’ αυτό, όσο περισσότερο σκέφτομαι την αποκεντρωμένη στάση, τόσο περισσότερο τη συνδέω με την έννοια της λογοδοσίας ως ενα διαρκές ερωτημα – με ποιους τρόπους παραμένουμε υπόλογοι απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους εργαζόμαστε και πώς μπορούμε να δημιουργούμε συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή η λογοδοσία γίνεται πράξη;

Στη δική μου θεραπευτική πρακτική, ένας τρόπος με τον οποίο το επιχειρώ είναι να προσκαλώ τους ανθρώπους που έρχονται σε εμένα να γίνουν οι ίδιοι σύμβουλοι της θεραπευτικής μας κουβέντας. Να μου δίνουν, δηλαδή, τη δυνατότητα να μαθαίνω από την εμπειρία τους και από τον αντίκτυπο της θεραπευτικής κουβέντας στη ζωή τους.

Ο White το διατυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια όταν υποστηρίζει ότι, σε μια αποκεντρωμένη πρακτική, η γνώση και η συνείδηση του/της θεραπευτή/τριας δεν μπορούν να αποτελούν την πρωταρχική βάση για την αξιολόγηση των πραγματικών επιδράσεων της θεραπευτικής συνομιλίας στη ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων που τον συμβουλεύονται. Προνομιακή θέση σε αυτή την αξιολόγηση έχει η γνώση και η συνείδηση των ίδιων των ανθρώπων. Η λογοδοσία, έτσι, δεν κινείται από τον θεραπευτή προς τον άνθρωπο ως μια top-down διαδικασία. Αντίθετα, η κατεύθυνση της γνώσης μπορεί να αντιστραφεί. Εκείνοι που βιώνουν τις συνέπειες της πρακτικής μας αποκτούν έναν ιδιαίτερο λόγο, όχι μόνο στο να μας ενημερώνουν αλλά ενδεχομένως και να μας συμβουλεύουν ως προς το πώς η πρακτική μας μπορεί να ανταποκριθεί περισσότερο στις επιδράσεις που έχει στη ζωή τους.

Το παράδειγμα που φέρνει ο White από τη δουλειά του με άνδρες που είχαν ασκήσει βία κάνει αυτή την ιδέα ιδιαίτερα απτή. Οι εναλλακτικές προτάσεις για τρόπους ύπαρξης των ανδρών δεν παρέμεναν υπόλογες μόνο στη δική τους γνώση. Όταν διαμορφώνονταν προτάσεις για εναλλακτική προτιμώμενη δράση, αναζητούνταν ανατροφοδότηση από γυναίκες και παιδιά, ώστε να διερευνάται αν αυτές οι νέες μορφές ύπαρξης και σχέσης όντως διαφοροποιούνταν από προηγούμενες πατριαρχικές πρακτικές ή αν, ακόμη και ακούσια, συνέχιζαν να αναπαράγουν καταπιεστικούς τρόπους σχέσης.

Αυτού του είδους η λογοδοσία αναδυκνύει εδώ μια σημνατική πτυχή της. Δεν αρκεί να αναγνωρίζω εγώ μια αλλαγή στη δική μου πρακτική. Χρειάζεται να είμαι διαθέσιμος να ακούσω πώς αυτή η αλλαγή βιώνεται από εκείνους που επηρεάζονται από αυτήν.

Αυτή η κατανόηση της λογοδοσίας δεν αφορά, για μένα, μόνο τον τρόπο με τον οποίο συναντώ τους ανθρώπους στη θεραπευτική πρακτική. Επηρεάζει εξίσου τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαι ως επόπτρια. Και στην εποπτεία, όταν προτείνω μια ιδέα, συχνά επιλέγω να την τοποθετώ σε στιγμές δικού μου learning και unlearning που έχουν αναδυθεί μέσα από την εμπειρία της θεραπευτικής μου πρακτικής. Έτσι, αυτό που προσφέρω στην εποπτεία δεν έρχεται μόνο από μια θέση θεωρητικής γνώσης, αλλά και από το ιστορικό των δικών μου άβολων στιγμών, το οποίο έχει γραφτεί στις πλάτες των θεραπευόμενων και την γενναιόδωρη ανατροφοδότησή τους, αλλά και μέσα από τη σιωπή, τη δυσφορία, την απομάκρυνση ή ακόμη και την αποχώρησή τους από τη θεραπευτική διαδικασία.

Μια τέτοια πρακτική μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ασφαλέστερου εποπτικού χώρου, όπου η γνώση δεν οργανώνεται ιεραρχικά, αλλά αναγνωρίζεται ως μερική και τοποθετημένη. Μπορούμε έτσι να συναντηθούμε ως partial knowers- τόσο εγώ ως επόπτρια όσο και η θεραπεύτρια, αλλά και το άτομο που συμμετέχει στη θεραπεία, καθένας και καθεμία από τη δική του θέση, εμπειρία και δυνατότητα να γνωρίζει.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το εποπτευόμενο άτομο μπορεί να έχει μεγαλύτερη ελευθερία να αναγνωρίσει και να φέρει στη συζήτηση στιγμές της πρακτικής του που χρειάζονται περαιτέρω αναστοχασμό, επανόρθωση ή μια διαφορετική κίνηση. Δεν χρειάζεται να προστατευτεί από την πιθανότητα ότι κάτι δεν πήγε καλά, ούτε να παρουσιάσει την πρακτική του ως αψεγάδιαστη. Η ευθύνη δεν χρειάζεται έτσι να κινητοποιείται μέσα από τη ντροπή, αλλά μπορεί να αναδύεται μέσα από την περιέργεια και τη διάθεση να μάθουμε από αυτό που συνέβη.

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο anything goes, ίσως το ερώτημα να μην είναι τί απομένει όταν παραιτούμαστε από τη βεβαιότητα, αλλά τι είδους πρακτική γίνεται δυνατή όταν δεν ορίζει τη θέση από την οποία συμμετέχουμε στη συν-έρευνα. Αν το decentred and influential έχει αποτελέσει μια κεντρική κατευθυντήρια ηθική της αφηγηματικής πρακτικής, ίσως η μετατόπισή του προς μια πολιτικά επιδραστική, αποκεντρωμένη και υπόλογη στάση μας καλεί να πλοηγηθούμε στην περιπλοκότητα μιας πρακτικής που δεν χρειάζεται να γνωρίζει εκ των προτέρων πού πρέπει να πάει, για να αναλάβει την ευθύνη για το πού πηγαίνει.

Διαβάστε περισσότερα σχετικά με το θέμα εδώ:
Η ριζοσπαστική πρακτική του “staying with”
Αποκεντρωμένη και επιδραστική: θέση ή (μετα)κίνηση(εις);

 

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Τηλ: 6941405424

Μπορείτε να την βρείτε και στο: