Στην εποπτική μου δουλειά συναντώ συχνά θεραπευτές και θεραπεύτριες που περιγράφουν την αφηγηματική τους πρακτική μέσα από την προσπάθεια να παραμένουν decentred. Κάποιες φορές, η αποκέντρωση μοιάζει να έχει συνδεθεί τόσο στενά με την ίδια την αφηγηματική προσέγγιση, ώστε σχεδόν να αντιμετωπίζονται ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: η αφηγηματική θεραπεία ως πρακτική αποκέντρωσης και η αποκέντρωση ως ηθικός της πυρήνας.
Κι όμως, κάτι σε αυτή την ταύτιση εξακολουθεί να με εκπλήσσει.
Ίσως επειδή, για πολλά χρόνια, η δική μου κατανόηση της αφηγηματικής πρακτικής είχε θεμελιωθεί σε μια διαφορετική συνάρθρωση. Το decentred δεν μπορούσε, για μένα, να νοηθεί χωριστά από το influential. Έτσι είχα κατανοήσει τη διδασκαλία του Michael White. Η αποκέντρωση δεν αφορούσε την υποχώρηση του/της θεραπευτή/τριας από τη συν-έρευνα, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο να βρίσκεται μέσα σε αυτήν — με επίγνωση της επιρροής που αναπόφευκτα ασκεί και με διαρκή αναζήτηση τρόπων λογοδοσίας γι’ αυτήν.
Από αυτή την οπτική, η αναφορά στην αφηγηματική πρακτική ως απλώς «αποκεντρωμένη» μου φαινόταν πάντοτε ανεπαρκής. Ενείχε τον κίνδυνο η αποκέντρωση να εκληφθεί ως απομάκρυνση του/της θεραπευτή/τριας από τη ζωντανή διαδικασία της θεραπευτικής συνομιλίας — ως μια προσπάθεια να διατηρήσει μια φαινομενικά ουδέτερη θέση παρατήρησης, ανεπηρέαστος/η από τις σχεσιακές ανταλλαγές. Και κάπου εδώ αναδύεται ένα παράδοξο— μια πρακτική που έχει συμβάλει αποφασιστικά στην αποδόμηση της κλινικής ουδετερότητας θα μπορούσε, μέσα από μια ορισμένη ανάγνωση της αποκέντρωσης, να την επαναφέρει από την πίσω πόρτα.
Ακριβώς αυτή η σύνδεση ανάμεσα στο decentred και το influential άρχισε, ωστόσο, να αποκτά για μένα ιδιαίτερες αποχρώσεις μέσα από την συστηματική μελέτη της δουλειάς του Michael White. Επιστρέφοντας σε transcripts και βίντεο από τις θεραπευτικές του συνομιλίες, ξεχώριζα στιγμές κατά τις οποίες η συμμετοχή του γινόταν εμφανώς πιο ενεργή. Παρατηρούσα τις μετακινήσεις του προς την influential πλευρά της θέσης του, όταν η συμμετοχή του γινόταν περισσότερο αποφασιστική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απομακρυνόταν από τα ethics της αποκεντρωμένης πρακτικής.
Άρχισα να παρατηρώ πιο προσεκτικά τι προηγούνταν αυτών των στιγμών. Τι είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στη συν-έρευνα ώστε η συμμετοχή του να πάρει αυτή την κατεύθυνση; Τι μπορεί να είχε τραβήξει την προσοχή του, ποια πρόθεση να διαπερνούσε την ανταπόκρισή του; Σε τι ίσως αντιστεκόταν ή τι προσπαθούσε να καταστήσει δυνατό;
Σιγά σιγά, οι ερωτήσεις αυτές έπαψαν να αφορούν μόνο τον White. Έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της εποπτικής μου δουλειάς, με την ματιά μου στραμμένη σε όσα θα μπορούσαμε να μάθουμε για την δική μας πρακτική διερευνώντας προσεκτικά τις (μετα)κινηση/εις εντός του de-centered and influential.
Όταν στεκόμαστε σε ένα transcript μαζί με τους/τις θεραπευτές/τριες που συνοδεύω στην εποπτεία, μπορεί να ανοίξουμε μια διερεύνηση γύρω από τη θέση από την οποία προσφέρουν τις ερωτήσεις και τις ανταποκρίσεις που διαμορφώνουν τη θεραπευτική κουβέντα. Και κάπου εκεί, αρκετά συχνά, σκοντάφτουμε σε μια γνώριμη «επικριτική φωνή» (μεταφορικά). Μια «φωνή» που μοιάζει να ζητά να αποφανθούμε αν η θεραπευτική μας κίνηση ήταν επιτυχημένη ή αποτυχημένη, αν παραμείναμε αρκετά κοντά στην «κατάλληλη» θεραπευτική στάση ή αν την ξεπεράσαμε. Μια «φωνή» που μπορεί, σχεδόν ανεπαίσθητα, να μετατρέψει την αναστοχαστική επιστροφή στη συνομιλία σε αναζήτηση του λάθους.
Ίσως καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές να αναγνωρίζετε κάτι οικείο. Από νωρίς στην εποπτική μου πρακτική διαπίστωσα ότι αυτή η φωνή δεν διεκδικεί αποκλειστικότητα στη σχέση μας. Επανέρχεται, με διαφορετικές μορφές, στις αφηγήσεις διαφορετικών θεραπευτών/τριών και φοιτητών/τριών που συναντώ στην εποπτεία.
«Ήμουν αρκετά αποκεντρωμένη;»
«Μήπως έγινα κατευθυντική;»
«Ήταν αυτή η θεραπευτική επιλογή αρκετά αφηγηματική;»
Μερικές φορές θεραπευτες/ιες μου την έχουν περιγράψει σαν ένα αυστηρό «αφηγηματικό επόπτη» που παρακολουθεί και καταγράφει κατά πόσο η θεραπευτική τους πρακτική ανταποκρίνεται σε ένα αφηγηματικό πρότυπο που σπάνια έχει ειπωθεί ρητά.
Με τον καιρό άρχισα να αναρωτιέμαι, τι θα γινόταν, άραγε, αν αντί να υποκύπτουμε στην προτροπή αυτής της φωνής να αποφανθούμε για την αφηγηματική μας επάρκεια, στρεφόμασταν προς αυτήν με περιέργεια; Αν, αντί να ρωτούμε αν μια θεραπευτική κίνηση ήταν αρκετά «αφηγηματική», επιστρέφαμε στη συνομιλία για να παρατηρήσουμε σε τι είδους συμμετοχή φαίνεται να μας καλούσε η συγκεκριμένη στιγμή και πώς αυτό επηρέασε τις θεραπευτικές μας επιλογές λεπτό-προς-λεπτό;
Αυτή η μετατόπιση — από την αξιολόγηση της θέσης μας στη διερεύνηση της επιλογής μας — έχει γίνει για μένα σημαντικό μέρος του τρόπου με τον οποίο κατανοώ πλέον το decentred and influential.
Η αποκεντρωμένη και επιδραστική στάση συνδέεται βαθιά με την «ηθική της συνεργασίας» (ethic of collaboration). Όσο διαμορφώνεται η δική μου κατανόηση αυτής της σχέσης, μου γίνεται ολοένα πιο χρήσιμο να τη σκέφτομαι ως ένα συνεχές, όπου η θέση μας παραμένει ενδεχομενική, προσωρινή και ανοιχτή σε μετακίνηση, καθώς συμμετέχουμε στο διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο της συν-έρευνας.
Μπορεί να εισέλθω σε μια συνομιλία με την πρόθεση να παραμείνω αποκεντρωμένη και, παρ’όλα αυτά, αυτό που αναδύεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή της θεραπευτικής συζήτησης να καλεί μια πιο ενεργή ανταπόκριση. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στη δουλειά με το τραύμα, όπου οι κυρίαρχοι λόγοι γύρω από το τι συνιστά «πραγματικό» τραύμα μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το εύρος των εμπειριών που αναγνωρίζονται ως τραυματικές. Έτσι, εμπειρίες που δεν ταιριάζουν στις πιο αναγνωρίσιμες ή αναμενόμενες μορφές τραύματος μπορεί να παραμένουν στο περιθώριο, να αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ή, ακόμη χειρότερα, να υπόκεινται σε θεσμικές απαιτήσεις για «αποδείξεις» προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε δυνατότητες υποστήριξης και φροντίδας.
Υπάρχουν στιγμές, λοιπόν, όπου η πιο επιδραστική μας συμμετοχή μπορεί να σημαίνει ακριβώς ότι ονομάζουμε έναν κυρίαρχο περιοριστικό λόγο, μια κοινωνική αδικία που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε αθέατη στην θεραπευτική κουβέντα. Ακόμα και με μια ρητή δήλωση όπως «Φαίνεται πως η τρανσφοβία είναι εξαιρετικά ενεργή σε αυτό το πλαίσιο — πώς ανταποκρίνεσαι σε αυτό;». Μια τέτοια ανταπόκριση μπορεί να μετακινήσει το σημείο από το οποίο διαβάζεται η εμπειρία. Από κάτι που φαίνεται να βρίσκεται «ιδιωτικά» μέσα στο άτομο — στο σώμα του, στην ταυτότητά του, στη διαφορετικότητά του ή σε κάποια υποτιθέμενη ανεπάρκειά του — προς τα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια, τους κυρίαρχους λόγους και τις σχέσεις δύναμης μέσα στις οποίες αυτή η εμπειρία αποκτά το συγκεκριμένο νόημα. Η ονομασία ενός καταπιεστικού λόγου δεν προσθέτει απλώς μια νέα ερμηνεία στην ιστορία. Μπορεί να αλλάξει το τοπίο μέσα στο οποίο η ιστορία γίνεται κατανοητή.
Τέτοιου είδους μετακινήσεις προς την influential πλευρά του συνεχούς μπορεί, επομένως, να αποτελέσουν μια response-based επιλογή— μια ανταπόκριση σε αυτό που αναδύεται στη συγκεκριμένη συνομιλία, μέσα από μια anti-oppressive και justice-doing προσέγγιση της θεραπείας.
Σε μια άλλη στιγμή, μπορεί να αντιληφθώ ότι η δική μου ανταπόκριση έχει αρχίσει να γίνεται περισσότερο κατευθυντική· ότι η βεβαιότητά μου προηγείται της διερεύνησης ή ότι η δική μου γλώσσα, ερμηνεία ή πρόθεση αρχίζει να οργανώνει τη συνομιλία. Τότε, αυτό που συμβαίνει στο συγκεκριμένο απόσπασμα μπορεί να καλεί μια διαφορετική μετακίνηση — περισσότερο χώρο για τη γνώση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί μου και μια επιστροφή σε μια περισσότερο αποκεντρωμένη συμμετοχή.
Για παράδειγμα, ανατρέχω σε εκείνες τις στιγμές της θεραπευτικής μου πρακτικής όπου ο ενθουσιασμός μου για μια αφηγηματική ιδέα ή έναν συγκεκριμένο χάρτη αρχίζει να καπηλεύεται τη συν-έρευνα, αφήνοντας ολοένα λιγότερο χώρο για τον ρυθμό, την κατεύθυνση και τις προτιμήσεις του ανθρώπου που έχω απέναντί μου.Ίσως γι’ αυτό, όταν σήμερα μοιράζομαι κάτι που με ενθουσιάζει, προσπαθώ να το φέρνω με μεγαλύτερη επιφύλαξη — ως μια πιθανότητα που προσφέρεται προς διερεύνηση και όχι ως μια κατεύθυνση που προδιαγράφει τη συνέχεια της συν-έρευνας. Και κάποιες φορές, από αυτή τη θέση, ο άνθρωπος απέναντί μου προτείνει μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση — κάτι που δεν είχα φανταστεί και που τελικά αποδεικνύεται πολύ πιο ενδιαφέρον.
Σταδιακά, λοιπόν, άρχισα να σκέφτομαι το decentered and influential λιγότερο ως ένα δυαδικό σχήμα που μας καλεί να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο διακριτές θέσεις, ούτε ως μια σταθερή στάση που μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, να κατακτηθεί και, τελικά, να λειτουργήσει ως εγγύηση μιας επαρκούς θεραπευτικής πρακτικής.
Αυτή η κατανόηση μετατοπίζει την έμφαση από τη θέση στην κίνηση. Από το πού «βρίσκεται» ο/η θεραπευτής/τρια στο πώς μετακινείται μέσα στη συνομιλία. Η θέση από την οποία συμμετέχουμε δεν είναι δεδομένη πριν από τη συνάντηση. Διαμορφώνεται μέσα σε αυτήν και συνεχώς επαναδιαμορφώνεται.
Ίσως εδώ μπορούμε να βρούμε και ένα καταφύγιο απέναντι σε εκείνο τον «αυστηρό κριτή» που σπεύδει να αξιολογήσει την αφηγηματική μας επάρκεια. Αν αντιλαμβανόμαστε το decentered and influential ως μια σταθερή θέση που καλούμαστε να κατακτήσουμε και, στη συνέχεια, να διατηρούμε με συνέπεια, τότε είναι εύκολο κάθε μετακίνηση προς την influential πλευρά να βιώνεται ως πιθανή απομάκρυνση από το «σωστό» σημείο — και κάθε απόκλιση να μοιάζει με αποτυχία.
Αν, αντίθετα, το decentred and influential το κατανοήσουμε ως ένα πεδίο διαρκών (μετα)κίνησης/εων, ως μια κεντρική κατευθυντήρια αρχή που μας προσκαλεί να διερωτώμαστε για τον τρόπο με τον τοποθετούμαστε και επανατοποθετούμαστε στην θεραπευτική κουβέντα, τότε το ζητούμενο μετατοπίζεται. Δεν χρειάζεται να βρισκόμαστε εξαρχής στη σωστή θέση. Χρειάζεται να μπορούμε να παρατηρούμε πού βρισκόμαστε, τι συμβαίνει στη συν-έρευνα, σε τί ανταποκρινόμαστε και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η συγκεκριμένη επιλογή για όσα γίνονται δυνατό να έρθουν στο επίκεντρο της κουβέντας.
Ένα στιγμιότυπο από την εποπτική μου δουλειά ίσως κάνει αυτή τη μετατόπιση λίγο πιο απτή. Στεκόμουν με μια θεραπεύτρια σε ένα απόσπασμα από τη δουλειά της με τον Μ., έναν άνδρα με τον οποίο είχαν επιλέξει να διερευνήσουν τη σχέση του με αυτό που είχαν ήδη ονοματίσει ως «τοξική αρρενωπότητα».
Η θεραπεύτρια στάθηκε σε εκείνο το σημείο της συνομιλίας όπου ο Μ. άρχισε να μιλά για το πώς η δυσκολία του να εκφράζει συναισθήματα είχε πλέον υποχωρήσει. Η θεραπεύτρια είχε ακούσει αυτή την αλλαγή ως σημαντική μετακίνηση — ως ένα άνοιγμα προς μια μορφή αρρενωπότητας «διαζευγμένη» από την «τοξικότητητα» Από εκεί, οι ερωτήσεις της συνέχιζαν να ακολουθούν προσεκτικά τη γλώσσα του Μ., υποστηρίζοντάς τον να πυκνώσει την ιστορία αυτής της αλλαγής και να κατανομάσει τις ικανότητες που είχε αναπτύξει στην έκφραση των συναισθημάτων του.
Εκ πρώτης όψεως, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ζητήσει κάτι περισσότερο. Η γλώσσα του Μ. βρισκόταν στο επίκεντρο, οι ερωτήσεις παρέμεναν κοντά στην εμπειρία του και η θεραπεύτρια αντιστέκονταν στην επιβολή κάθε λογής ερμηνειών. Θα μπορούσαμε εύκολα να αναγνωρίσουμε εδώ μια ιδιαίτερα επιμελημένη αφηγηματική πρακτική — ένα παράδειγμα της αποκεντρωμένης συμμετοχής που επιδιώκουμε.
Ωστόσο, η επιστροφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα κατά την διάρκεια της εποπτικής μας συνάντησης μας επέτρεψε να σταθούμε σε ορισμένες από τις πιο σύνθετες, λεπτές και tricky πτυχες αυτής της πρακτικής. Αναγνώρισα ότι η ενδεχόμενη ανάδυση μιας εναλλακτικής ιστορίας για την αρρενωπότητα δεν σημαίνει κατ’ανάγκην ότι οι κυρίαρχοι λόγοι έχουν αποσυρθεί από το δωμάτιο. Μπορεί να συνυπάρχουν μαζί της, να την περιβάλλουν, ακόμη και να προσαρμόζονται στην παρουσία της. Ένας κυρίαρχος λόγος δεν χρειάζεται πάντοτε να αντιστέκεται ανοιχτά σε μια εναλλακτική ιστορία για να διατηρεί την επιρροή του. Μπορεί να αλλάζει τακτική. Όπως, αντίστοιχα συμβαίνει με την ανάδυση μιας εναλλακτικής εμπειρίας που δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι η προβληματική ιστορία θα πάψει να υπάρχει ή ότι έχει πλέον αποδυναμωθεί οριστικά.
Αυτή ήταν και η εικόνα που προσπάθησα να μεταφέρω στην θεραπευτρια στο γράμμα που της έστειλα μετά την εποπτική μας συνάντηση: «Απόλαυσα ιδιαίτερα τη συζήτησή μας σήμερα γύρω από τα προνόμια που συνοδεύουν την αρρενωπότητα, ιδιαίτερα γύρω από την πιθανότητα να συνεχίζει να κινείται μέσα στη θεραπευτική συζήτηση χωρίς να χρειάζεται πλέον να εμφανίζεται ως “ο κακός” της υπόθεσης . Καθώς μιλούσαμε, μου ήρθε η εικόνα της αρρενωπότητας να σπεύδει να πει στον Μ: “Για κοίτα, μιλάς για τα συναισθήματά σου, έχεις κάνει αλλαγές!”…και την ίδια στιγμή η αρρενωπότητα να μουρμουρίζει «Χμ.. Μια χαρά. Τώρα που όλοι βλέπουν αυτή την αλλαγή, ίσως μπορώ να συνεχίσω τη δουλειά μου λίγο πιο διακριτικά. Ας αφήσω την αίσθηση ότι κάτι σημαντικό έχει αλλάξει, να καλύπτει τα ίχνη μου στην θεραπευτική συζήτηση. Μπορώ ακόμη και να εμφανίζομαι ως σύμμαχος της αλλαγής, ενώ συνεχίζω την δουλειά μου με άνεση στην ζωή του Μ”.
Όπως ανέφερα στην θεραπεύτρια, δεν θα έσπευδα να γιορτάσω την έκφραση των συναισθημάτων ως αυτονόητη απόδειξη ότι ο Μ απαλλάχτηκε μια και καλή από την επιρροή της τοξικής αρρενωπότητας. Αν ήταν τόσο εύκολο να απομακρυνθούμε από την κυρίαρχη αρρενωπότητα, μαλλον θα ειχαμε δει μεγαλύτερη κοινωνική μετακίνηση εως τώρα.
Η αναγνώριση αυτή άλλαξε σημαντικά το έδαφος της εποπτικής μας διερεύνησης. Αν η έκφραση του συναισθήματος αντιμετωπιζόταν ως το επιθυμητό αποτέλεσμα καθαυτό, υπήρχε ο κίνδυνος η συν-έρευνα να σταματήσει ακριβώς εκεί όπου ίσως χρειαζόταν να συνεχίσει.
Σε αυτό το σημείο, σταθήκαμε στο ενδεχόμενο να επιστρέψει στη θεραπευτική συζήτηση με τον Μ. με έναν διαφορετικό τρόπο επιδραστικής συμμετοχής: αφιερώνοντας χρόνο στη συν-διαμόρφωση της ίδιας της διαδικασίας της συν-έρευνας και διερευνώντας μαζί τι θα ήθελαν να εξετάσουν πιο διεξοδικά στη συνέχεια.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα της θεραπευτικής κουβέντας, η συν-έρευνα είχε στραφεί στην εξέλιξη μιας αλλαγής στη ζωή του Μ., την οποία τόσο εκείνος όσο και η θεραπεύτρια περιέγραφαν ως «έκφραση των συναισθημάτων του». Εκείνο που μου κέντρισε την προσοχή ήταν η ίδια η κίνηση με την οποία η λύπη, το άγχος και άλλες εμπειρίες της ζωής του ονομάζονταν «συναισθήματα».Τι μπορεί να συμβαίνει όταν μια τόσο συγκεκριμένη ονομασία αρχίζει να οργανώνει το τοπίο της εμπειρίας; Μήπως, άθελά μας, η αναγωγή τους σε «απλά» συναισθήματα, άθελά μας, συμμετέχει στην προώθηση μιας αντίληψης που περιορίζει το τοπίο της εμπειρίας σε μία μόνο διάστασή της;
Πώς θα ήταν να προσεγγίσουμε, για παράδειγμα, τη λύπη ως μια ευρύτερη εμπειρία, μέρος της οποίας είναι το συναίσθημα, αλλά μαζί με αυτό είναι και τα νοήματα που συνδέονται με το συναίσθημα, οι σχέσεις μέσα στις οποίες αναδύεται και οι τρόποι με τους οποίους ο Μ. κατανοεί και ανταποκρίνεται στην εμπειρία του; Με αυτόν τον τρόπο, το συναίσθημα παραμένει συνδεδεμένο με το νόημα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο βιώνεται.
Συζητήσαμε, λοιπόν, πώς θα έδειχνε μια διεύρυνση της συν-έρευνας από το αν ο Μ. «εκφράζει» τα συναισθήματά του στο πώς «νοηματοδοτεί» την εμπειρία αυτής της έκφρασης και τι μπορεί να λέει αυτή η νοηματοδότηση για την τωρινή του σχέση με την αρρενωπότητα, εναλλακτικές αξίες που μπορούσε να αναγνωρισει ως σημαντικες πέρα από εκείνες που έχει συνδέσει με κυρίαρχες μορφές αρρενωπότητας; Πώς αυτές οι αξίες αρχίζουν να διαμορφώνουν διαφορετικούς τρόπους να σχετίζεται με τους ανθρώπους γύρω του και με τις κοινότητες στις οποίες συμμετέχει; Και ποιες συγκεκριμένες κινήσεις έχει ήδη κάνει — ή θα ήθελε να κάνει — ώστε αυτές οι προτιμώμενες εκδοχές του εαυτού του να αποκτήσουν μεγαλύτερη παρουσία στη ζωή του;
Η πρόθεση ήταν, επομένως, να επιστρέψει η θεραπεύτρια στη θεραπευτική συνάντηση αναζητώντας τρόπους να δημιουργησει αρκετό χώρο για meaning-making γύρω από την ονομασία και την έκφραση των συναισθημάτων. Στην πράξη, όμως, αυτή η κίνηση φάνηκε να συναντά ένα επαναλαμβανόμενο εμπόδιο: τις πολύ σύντομες, συχνά μονολεκτικές απαντήσεις του Μ.
Στην επόμενη εποπτική μας συνάντηση, η θεραπεύτρια έφερε ένα νέο απόσπασμα από την τελευταία θεραπευτική τους κουβέντα. Καθώς το εξετάζαμε προσεκτικά, παρατήρησα μια ενδιαφέρουσα ασυμμετρία. Οι ερωτήσεις της θεραπεύτριας ήταν συχνά μακροσκελείς, ενώ οι απαντήσεις του Μ. παρέμεναν σύντομες.
Τη ρώτησα πώς βίωνε η ίδια αυτή την «κατανομή εργασίας» μέσα στη θεραπευτική τους συζήτηση. Μοιράστηκα μαζί της την εμπειρία μου από το transcript: «Μου δίνεται η εντύπωση ότι αυτή τη στιγμή κοπιάζεις πολύ. Η εικόνα που μου δημιουργείται, διαβάζοντας το συγκεκριμένο απόσπασμα, είναι μιας θεραπεύτριας που έχει απομονωθεί σε μια γωνιά αποκέντρωσης και από εκεί ψάχνει να πιαστεί από κάποιο κλαδί επιδραστικότητας που θα την επαναφέρει στη συνεργατική πρακτική».
Πράγματι, η θεραπεύτρια περιέγραψε πώς η επιθυμία της να παραμείνει αποκεντρωμένη σε όλη τη διάρκεια της θεραπευτικής κουβέντας την οδηγούσε, κάποιες φορές, να συμμετέχει σχεδόν σαν να παρείχε «γραμματειακή υποστήριξη» στον Μ.: να κρατά σημειώσεις και να προσπαθεί να παρακολουθήσει τη γραμμή της αφήγησής του, ακόμη κι όταν εκείνη μεταπηδούσε από τη μία θεματική στην άλλη. Άλλοτε, η εμπειρία της έμοιαζε περισσότερο με το να παρασύρεται από ένα κύμα ερωτήσεων, χωρίς σαφή αίσθηση προσανατολισμού: η μία ερώτηση διαδεχόταν την επόμενη, ενώ ο ρυθμός της συζήτησης έμοιαζε να πρέπει διαρκώς να διατηρείται, καθώς η σιωπή είχε μετατραπεί σε κάτι που έπρεπε συνεχώς να καλυφθεί. Άλλες φορές, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την αποκεντρωμένη θέση της, έκανε ένα βήμα πίσω και άφηνε τις σύντομες απαντήσεις του Μ. να ακολουθούνται από επιβεβαιωτικές ανταποκρίσεις, όπως «χμ», «ναι», «καταλαβαίνω».
Αυτό με έκανε να αναρωτηθώ και για τις συνέπειες της ίδιας της προσπάθειας για αποκέντρωση. Τι μπορεί να έμενε ανεξέταστο όταν οι μονολεκτικές απαντήσεις του Μ. ακολουθούνταν από ένα «χμ», «ναι», «καταλαβαίνω» και στη συνέχεια από ένα ταραγμένο κύμα ερωτήσεων; Μήπως, σε μια προσπάθεια να μην καταλάβει η θεραπεύτρια περισσότερο χώρο στη συνομιλία, έμενε τελικά λιγότερος χώρος στον Μ να διατυπώσει με σαφήνεια την εμπειρία του, να την ξεπακετάρει διεξοδικά και να αποδώσει νόημα;
Αυτό με οδήγησε να επιστρέψω στις σχέσεις δύναμης μέσα στις οποίες τοποθετούνταν οι ανταποκρίσεις της στη συν-έρευνα. Πώς μπορεί να συμμετείχαν στη θεραπευτική κουβέντα οι διαφορετικές και διασταυρούμενες θέσεις από τις οποίες έμπαιναν σε αυτήν ένας άντρας θεραπευόμενος και μια γυναίκα θεραπεύτρια, σε μια συζήτηση γύρω από την αρρενωπότητα; Τι γινόταν περισσότερο ή λιγότερο διαθέσιμο να ειπωθεί και να διερευνηθεί; Ποια ήταν η δική της σχέση με εμπειρίες και πρακτικές αρρενωπότητας στη ζωή και την εργασία της; Και ποιες κυρίαρχες ιδέες για τον ρόλο της σε μια τέτοια συζήτηση μπορεί να συνόδευαν, ίσως αθόρυβα, την παρουσία της στο θεραπευτικό δωμάτιο; Την προσκάλεσα να αναρωτηθεί πώς αυτές οι επιρροές μπορεί να είχαν διαμορφώσει τόσο τις ερωτήσεις που επέλεγε να προσφέρει όσο και εκείνες στις οποίες δεν επέμενε.
Μέσα από αυτή τη διερεύνηση, η θεραπεύτρια αναγνώρισε την πιθανότητα να λειτουργούσε, σχεδόν αθέατα, μια κυρίαρχη αντίληψη για την αρρενωπότητα— ότι οι άνδρες δεν χρειάζεται να μιλούν εκτενώς για τις εμπειρίες τους, ότι λίγες λέξεις μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς και ότι η περαιτέρω διερεύνηση δεν είναι πάντοτε αναγκαία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μονολεκτικές απαντήσεις του Μ. έβρισκαν εύκολα τη θέση τους, ενώ η αποκεντρωμένη στάση της θεραπεύτριας κινδύνευε να αποσυνδεθεί από μια ενεργή συνεργατική πρακτική.
Και ακριβώς εκεί αναδύθηκε ένας ακόμη κίνδυνος. Όταν οι σύντομες απαντήσεις δεν ακολουθούνται από περαιτέρω διερεύνηση, ο/η θεραπευτής/τρια μένει περισσότερο εκτεθειμένος/η στις δικές του/της υποθέσεις για το τι σημαίνουν — και αυτές οι υποθέσεις μπορούν, χωρίς πρόθεση, να αφήσουν τις κυρίαρχες ιδέες για την αρρενωπότητα να συνεχίσουν να διαμορφώνουν τί προσφέρεται για αποδόμηση και τί όχι.
Έτσι κοιτάξαμε στο transcript στιγμές όπου η θεραπεύτρια παρέμενε περισσότερο στην αποκεντρωμένη πλευρά του συνεχούς και αναρωτηθήκαμε τί διαφορά μπορεί να έκανε σε συγκεριμένα σημεία, μια συνειδητή μετακίνηση προς μια πιο επιδραστική συμμετοχή. Για παράδειγμα στιγμές που στην θέση επιβεβαιωτικών αποκρίσεων (ναι…καταλαβαίνω…μμμ χμμμ), θα μπορούσε να προσφέρει ένα ερώτημα ή μια γραμμή ερωτήσεων· να επιμείνει σε μια φράση που ο Μ. άφηνε ανολοκλήρωτη, ζητώντας του να την συνεχίσει· να προσφέρει ένα editorial/summary για να ζητήσει μια διευκρίνιση· να χρησιμοποιήσει ερωτήσεις scaffolding για να συνδέσει μια συγκεκριμένη πράξη ή αλλαγή στο τοπίο της δράσης με τα νοήματα, τις αξίες ή τις προθέσεις που μπορούσαν να αναγνωριστούν στο τοπίο της ταυτότητας· να παραμείνει λίγο περισσότερο σε μια λέξη που φαινόταν να ανοίγει κάτι καινούριο, αντί να προχωρήσει αμέσως στην επόμενη ερώτηση. Μικρές μετακινήσεις στον τρόπο συμμετοχής της, που μπορούσαν να αλλάξουν αισθητά το εύρος και το βάθος της συν-έρευνας.
Το συγκεκριμένο απόσπασμα μας έδειξε πιο καθαρά μια ένταση που μπορεί εύκολα να χαθεί όταν η αποκέντρωση αντιμετωπίζεται ως καθολική και αδιαπραγμάτευτη θέση που χρειάζεται απλώς να διατηρηθεί —ότι μια πρακτική μπορεί να μοιάζει αποκεντρωμένη και, την ίδια στιγμή, να αφήνει ενεργές —και εν μέρει αθέατες— κυρίαρχες ιδέες που συνεχίζουν να επηρεάζουν τη μορφή και την πορεία της θεραπευτικής συνομιλίας.
Ίσως, λοιπόν, το decentred and influential να μας καλεί να σκεφτούμε διαφορετικά και το ίδιο το νόημα της θεραπευτικής θέσης. Η αποκέντρωση δεν είναι απλώς ζήτημα του πόσο χώρο καταλαμβάνουμε μέσα στη συνομιλία, ούτε η επιδραστικότητα ζήτημα του πόσο ενεργά παρεμβαίνουμε. Περιγράφει έναν τρόπο να σχετιζόμαστε με την παρουσία μας σε μια moment-by-moment πρακτική. Αυτό προϋποθέτει μια διαρκή επιστροφή στις προθέσεις που διαπνέουν τις αφηγηματικές πρακτικές και μαζί, μια εξίσου διαρκή διερώτηση για το πώς αυτές μπορούν να πραγματωθούν στη συγκεκριμένη στιγμή, στη συγκεκριμένη συνάντηση, με τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Κάπως έτσι φτάνω σήμερα να βρίσκω πιο χρήσιμη την γλώσσα της κίνησης από τη γλώσσα της θέσης. Η θέση μπορεί να παραπέμπει σε κάτι που καταλαμβάνουμε. Η κίνηση, αντίθετα, στρέφει την προσοχή στη συμμετοχή – να επηρεαζόμαστε, να ανταποκρινόμαστε, να παρατηρούμε, να προσαρμοζόμαστε και να επανεξετάζουμε.
Με αυτή την έννοια, μια αποκεντρωμένη και επιδραστική στάση, για μένα, δεν έγκειται απλώς στην ικανότητα του/της θεραπευτή/τριας να κατακτήσει τη σωστή ισορροπία ανάμεσα σε δύο άκρα. Μας προσκαλεί σε μια διαρκή επαγρύπνηση ως προς τη συμμετοχή μας στη σχεσιακή κίνηση που ξεδιπλώνεται πολυκατευθυντικά, μέσα σε αυτό το πεδίο του decentred and influential. Ένα συνεχές που δεν προϋποθέτει ότι γνωρίζουμε εκ των προτέρων προς τα πού χρειάζεται να κινηθούμε, αλλά μας καλεί να παραμένουμε διαθέσιμοι στο ενδεχόμενο ότι η ίδια η θεραπευτική συνομιλία μπορεί, από στιγμή σε στιγμή, να ζητήσει από εμάς έναν διαφορετικό τρόπο συμμετοχής.
—-*Τα παραδείγματα και τα αποσπάσματα θεραπευτικής και εποπτικής πρακτικής που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο χρησιμοποιούνται με τη συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων προσώπων. Για την προστασία της ιδιωτικότητας, έχουν τροποποιηθεί ή παραλειφθεί στοιχεία που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την αναγνώρισή τους.
Διαβάστε περισσότερα για το θέμα εδώ:
Αποκεντρωμένη και επιδραστική πρακτική…αρκεί;
Η ριζοσπαστική πρακτική του “staying with”
