«Μα τότε… τι επιτρέπεται στους θεραπευτές να κάνουν;»
Η ερώτηση ήρθε προς το τέλος μιας εποπτικής συζήτησης.
Είχαμε περάσει αρκετή ώρα κοιτάζοντας ένα απόσπασμα από μια θεραπευτική συνομιλία που έφερε η εποπτευόμενη. Η θεραπεύτρια προσπαθούσε με μεγάλη προσοχή να παραμένει αποκεντρωμένη: να μην προτρέχει σε ερμηνείες, να μην υποθέτει ότι γνώριζε ήδη τι σήμαιναν τα λόγια του ανθρώπου απέναντί της, να επιστρέφει σε εκείνον για να ελέγξει αν αυτό που εξερευνούσαν παρέμενε σημαντικό για τον ίδιο. Οι ερωτήσεις της οικοδομούνταν πάνω στην προηγούμενη απάντηση του ανθρώπου, χτίζοντας πάνω στις λέξεις, τις εικόνες και τις μεταφορές που έφερνε εκείνος στη συζήτηση.
Καθώς παρατηρούσαμε στην εποπτεία το απόσπασμα της θεραπευτικής συνομιλίας και η συζήτησή μας γύρω από τις διαστάσεις της αποκεντρωμένης θέσης της θεραπεύτριας άρχιζε να αποκτά τον δικό της ρυθμό, μια απορία που έφερε εκείνη στο τραπέζι μετακίνησε ελαφρώς το έδαφος της συζήτησής μας:
«Αν δεν είμαι εγώ αυτή που θα πει τι είναι σωστό ή λάθος, και αν θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος είναι ο ειδικός στη ζωή του, τότε πού σταματάει αυτό;» ρώτησε. «Μπορεί τελικά να σημαίνει ότι όλα είναι αποδεκτά; Ότι όλα είναι απλώς διαφορετικές οπτικές;»
Η ερώτηση αυτή δεν μου είναι άγνωστη.
Την έχω συναντήσει ξανά και ξανά στις εποπτείες μου, άλλοτε διατυπωμένη τόσο άμεσα και άλλοτε να εμφανίζεται μέσα από πιο τεχνικά ερωτήματα: Επιτρέπεται στον θεραπευτή να πάρει θέση; Πώς μπορώ να είμαι επιδραστική χωρίς η θέση μου να μπαίνει στο επίκεντρο της θεραπευτικής κουβέντας;
Η κριτική του «anything goes»
Η ανησυχία ότι το decentred μπορεί να απομακρύνει τον/τη θεραπευτή/τρια από κάθε προνομιακό σημείο κρίσης, και μαζί με αυτό να αποδυναμωθεί η δυνατότητα να διακρίνουμε, να αμφισβητούμε και να λογοδοτούμε για τις συνέπειες διαφορετικών θέσεων και πρακτικών, δεν είναι καινούργια.
Ακολουθεί, με διαφορετικούς τρόπους, πολλές από τις κριτικές που έχουν ασκηθεί στις μεταμοντέρνες και κονστρουξιονιστικές προσεγγίσεις — ότι, αν δεν υπάρχει μια αντικειμενική και υπερβατική θέση από την οποία μπορούμε να αποφανθούμε τι είναι «αληθινό», «φυσιολογικό», «υγιές» ή «σωστό», τότε κινδυνεύουμε να διολισθήσουμε σε έναν ακραίο σχετικισμό — σε ένα anything goes, όπου η πολλαπλότητα των πραγματικοτήτων και των οπτικών καταλήγει να αφήνει ελάχιστο χώρο για να εξετάσουμε τι διακυβεύεται μέσα στις διαφορετικές εκδοχές του κόσμου που φέρνουν οι άνθρωποι στη θεραπευτική συνομιλία.
Η κριτική αυτή γίνεται ιδιαίτερα πιεστική όταν δεν μιλάμε για αφηρημένες διαφορές οπτικής, αλλά για ζητήματα βίας, κακοποίησης, ρατσισμού, σεξισμού ή άλλων μορφών συστημικής αδικίας. Πώς μπορούμε τότε να πάρουμε θέση απέναντι σε όσα διακυβεύονται, χωρίς να επιστρέψουμε στη θέση του ειδικού που γνωρίζει εκ των προτέρων τι είναι σωστό; Και πώς μπορούμε να παραμένουμε ανοιχτοί στην αβεβαιότητα των δικών μας υποθέσεων, χωρίς αυτή η αβεβαιότητα να καταλήγει σε ουδετερότητα ή πολιτική αδράνεια;
Είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την ένταση που επιστρέφω στον τρόπο με τον οποίο ο White περιέγραψε την αφηγηματική θεραπευτική στάση. Ήδη από τις σημειώσεις διδασκαλίας του το 2005, και αργότερα πιο συστηματικά στο Maps of Narrative Practice, ο White διατύπωσε μια θέση που επιχειρεί να κρατήσει μαζί την αποκέντρωση και την επιρροή: ο/η θεραπευτής/τρια μπορεί να παραμένει αποκεντρωμένος/η χωρίς να παραιτείται από τη συμμετοχή, την επιρροή και την ευθύνη που αυτή συνεπάγεται.
Michael White Workshop Notes
The Four Quadrants
|
DE-CENTERED |
CENTERED |
|
|---|---|---|
|
Influential |
De-centered and influential (potentially invigorating of a therapist) |
Centered and influential (potentially burdening of therapist) |
|
Non-influential |
De-centered and non-influential (potentially invalidating of therapist) |
Centered and non-influential (potentially exhausting of therapist) |
Ο White μας προσκαλεί να καλλιεργούμε πρακτικές που μας επιτρέπουν να κινούμαστε μέσα στο πάνω αριστερό τεταρτημόριο. Για να κατανοήσουμε, όμως, τι απαιτεί αυτή η θέση από την πρακτική μας, χρειάζεται να εξετάσουμε προσεκτικότερα τις δύο διαστάσεις που τη συγκροτούν.
Τι σημαίνει decentred;
Το να είναι ο/η θεραπευτής/τρια αποκεντρωμένος/η σημαίνει, μεταξύ άλλων, να μην εγκαθίσταται σε μια ιεραρχική θέση γνώσης — να μην θεωρεί ότι γνωρίζει εκ των προτέρων τι είναι καλύτερο για τον άνθρωπο απέναντί του ούτε να διεκδικεί για τον εαυτό του το τελικό νόημα της εμπειρίας του. Η αφηγηματική πρακτική μετατοπίζει έτσι το σημείο από το οποίο ασκείται η θεραπευτική ειδημοσύνη. Η συμβολή μας βρίσκεται λιγότερο στην επιλογή της «σωστής» παρέμβασης και περισσότερο στη δημιουργία των συνθηκών μέσα στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να αναγνωρίσουν, να επεξεργαστούν και να αναπτύξουν τις δικές τους γνώσεις, αξίες, δεξιότητες και προθέσεις. Η συν-έρευνα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της μετατόπισης: η φωνή, οι ερμηνείες, οι προτιμήσεις και οι τρόποι κατανόησης του ανθρώπου αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνομιλία, ενώ ακόμη και το τι αξίζει να διερευνηθεί και προς τα πού θα κινηθεί η θεραπεία παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Αυτό μεταφέρει τη γνώση και σε ένα ακόμη πεδίο, στην ίδια την εμπειρία του ανθρώπου από τη θεραπευτική συνομιλία. Τι ήταν αυτό που του φάνηκε χρήσιμο, πού παρατήρησε ότι η συζήτηση τον ακολούθησε και πού ίσως του επιβλήθηκε, ποιες δυνατότητες άνοιξαν και ποιες έμειναν εκτός ορίζοντα — όλα αυτά είναι γνώση στην οποία ο/η θεραπευτής/τρια δεν έχει πρόσβαση χωρίς να τη ζητήσει. Η αναζήτηση ανατροφοδότησης γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από μια χειρονομία διαφάνειας: αποτελεί έναν τρόπο να ελέγχουμε την επίδραση της πρακτικής μας μέσα από την εμπειρία εκείνου που τη δέχεται και να επιτρέπουμε σε αυτή την εμπειρία να επιστρέφει στη θεραπευτική μας πρακτική και να τη μετασχηματίζει. Το decentred, με αυτή την έννοια, αφορά μια μετατόπιση του κέντρου βάρους της θεραπευτικής γνώσης.
Τι σημαίνει influential;
Ο White περιγράφει την επιδραστικότητα όχι ως την επιβολή μιας θεραπευτικής ατζέντας ούτε ως την εφαρμογή έτοιμων παρεμβάσεων, αλλά ως την ευθύνη του/της θεραπευτή/τριας να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση μιας συνομιλίας μέσα στην οποία μπορούν να γίνουν διαθέσιμες άλλες δυνατότητες νοηματοδότησης. Μέσα από τις ερωτήσεις και τη συν-έρευνα, ο/η θεραπευτής/τριας μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να στραφεί σε πλευρές της εμπειρίας του που έχουν μείνει στο περιθώριο της κυρίαρχης ιστορίας, να αναγνωρίσει γνώσεις, δεξιότητες και αξίες που ήδη διαθέτει και να τις επανασυνδέσει με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει όσα τον δυσκολεύουν.
Με αυτή την έννοια, ο/η θεραπευτής/τρια μπορεί να είναι επιδραστικός/ή χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα πρέπει να οδηγηθεί η συνομιλία. Η επιρροή του/της δεν βρίσκεται στο να κατευθύνει τον άνθρωπο προς ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αλλά στο να ανοίγει χώρο για να εξεταστεί η κυρίαρχη ιστορία, να αμφισβητηθούν οι αυτονόητες εκδοχές του εαυτού και της ζωής του και να αποκτήσουν μεγαλύτερη παρουσία άλλες, μέχρι τότε λιγότερο διαθέσιμες, ιστορίες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορούν να αναδυθούν διαφορετικές εκδοχές προσωπικής δράσης και πιο προτιμώμενες εκδοχές ζωής και ταυτότητας.
Η επιδραστικότητα, μια παραμελημενη πλευρά της θεραπευτικής στάσης
Στις εποπτείες μου παρατηρώ συχνά ότι οι θεραπευτές/τριες και οι φοιτητές/τριες μπορούν να μιλήσουν με μεγάλη ακρίβεια για την αποκεντρωμένη πλευρά της πρακτικής τους, ενώ δυσκολεύονται περισσότερο να περιγράψουν πώς εκφράζεται στην πράξη η επιδραστική τους θέση.
Ακούω συχνά διατυπώσεις όπως:
«Αντιστάθηκα στην παρόρμηση να αξιολογήσω εγώ για εκείνον αν η απόφασή του ήταν σωστή και του ζήτησα να εξετάσει ο ίδιος τις επιπτώσεις της…»
«Έκανα check-in μαζί της και παρέμεινα στην κατεύθυνση που είχε επιλέξει εκείνη για τη συζήτησή μας.»
«Προσπάθησα να μείνω κοντά στη δική του γλώσσα (experience-near questions).»
Και πράγματι, υπάρχει μια σημαντική ηθική δέσμευση σε αυτές τις προσπάθειες. Ταυτόχρονα, κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν, στην προσπάθειά μας να μην καταλάβουμε κεντρικό ρόλο στη θεραπευτική συνομιλία, κινδυνεύουμε να χάσουμε από το βλέμμα μας μια άλλη πλευρά της θέσης μας— ότι η παρουσία μας εξακολουθεί να έχει επιρροή.
Το influential δεν αφορά μόνο τη διευκόλυνση της ανάδυσης εναλλακτικών ιστοριών. Μας καλεί να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο, μέσα από τις ερωτήσεις που επιλέγουμε, όσα ακούμε και όσα προσπερνάμε, τις ανταποκρίσεις που προσφέρουμε και τις κατευθύνσεις που καθιστούμε διαθέσιμες, συμμετέχουμε στη διαμόρφωση της συνομιλίας. Και μαζί με αυτήν, στη διαμόρφωση όσων μπορεί να γίνουν ορατά, σημαντικά και δυνατά μέσα στη θεραπευτική συν-έρευνα.
Η επιρροή αυτή μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, άλλοτε πιο φανερούς και άλλοτε πολύ πιο διακριτικούς. Και καμία θεραπευτική πρακτική δεν είναι harm-free — απαλλαγμένη από την πιθανότητα να προκαλέσει βλάβη. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να απαλλαγούμε από τις θέσεις δύναμης που αναπόφευκτα φέρουμε στη θεραπευτική σχέση —την τάξη, το φύλο, την εκπαίδευση, την επαγγελματική ιδιότητα και τόσες άλλες— ούτε να θεωρήσουμε ότι η αποκεντρωμένη στάση μπορεί να τις εξαλείψει. Περισσότερο αφορά τη διαρκή εξέταση του τρόπου με τον οποίο αυτές συμμετέχουν στην πρακτική μας και τη διατήρηση μιας σχέσης λογοδοσίας απέναντι στις ηθικές δεσμεύσεις που ισχυριζόμαστε ότι υπηρετούμε.
Από αυτή την οπτική, ίσως χρειάζεται να μετακινηθεί λίγο και το ερώτημα. Να μην αφορά μόνο το «Πώς μπορώ να παραμείνω αποκεντρωμένος/η;», αλλά και το «Πώς ασκώ την επιρροή μου; Τι δυνατότητες καθιστώ διαθέσιμες και τι μπορεί να αφήνω εκτός μέσα από τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχω στη συν-έρευνα;» Η απομάκρυνση από τη θέση του/της ειδικού δεν μας απομακρύνει από τις σχέσεις δύναμης που διατρέχουν τη θεραπευτική συνομιλία, ούτε αναστέλλει τη συμμετοχή των δικών μας παραδοχών, αξιών και τρόπων κατανόησης του κόσμου σε αυτήν.
Πώς μπορούμε να διαμορφώνουμε την πρακτική μας έτσι ώστε να πραγματώνει τη σχεσιακή μας ηθική (relational ethics) μέσα στα συγκεκριμένα πλαίσια και τις σχέσεις δύναμης όπου κάθε θεραπευτική συνάντηση λαμβάνει χώρα; Γιατί η ουδετερότητα είναι από μόνη της μια συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση.
Και εδώ ίσως χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά τι σημαίνει, στην πράξη, να είμαστε influential.
Από το influential στο «politically» influential
Στην αρχή δεν ήταν παρά μια μικρή ενόχληση στη φράση decentered and influential. Επέστρεφε στη σκέψη μου κάθε φορά που συναντούσα αυτή τη θέση στην εποπτική μου δουλειά και προσπαθούσα να ακολουθήσω πιο προσεκτικά τι σημαίνει, στην πράξη, για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε στη θεραπευτική συνομιλία. Το influential μου έμοιαζε βοηθητική περιγραφή, αλλά όχι αρκετή.
Περιέγραφε ότι οι ερωτήσεις μας, οι ανταποκρίσεις μας και οι κινήσεις μας έχουν συνέπειες· κάτι όμως παρέμενε ακόμη αδιατύπωτο. Δεν αρκεί, ίσως, να αναγνωρίσουμε ότι η θεραπευτική μας συμμετοχή έχει επιρροή· χρειάζεται να ρωτήσουμε και τι είναι αυτό που η επιρροή μας μπορεί να ενισχύσει, να αφήσει αθέατο ή να καταστήσει περισσότερο διαθέσιμο. Κάπως έτσι άρχισε να με απασχολεί αν το influential μπορεί πράγματι να αποτυπώσει όλο αυτό που διακυβεύεται όταν μιλάμε για μια πρακτική decentered and influential.
Η προσθήκη του politically δίπλα στο influential μετακινεί, για μένα, αυτή την ερώτηση. Στρέφει την προσοχή όχι μόνο στο πώς συμμετέχουμε στη διαμόρφωση της θεραπευτικής συνομιλίας, αλλά και στο ευρύτερο πεδίο μέσα στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα: στις κοινωνικές και πολιτισμικές ιδέες που διαμορφώνουν το τι αναγνωρίζεται ως πρόβλημα, στις σχέσεις δύναμης που διαπερνούν τις ζωές των ανθρώπων και στις δυνατότητες που γίνονται περισσότερο ή λιγότερο διαθέσιμες μέσα από αυτές. Οι επιρροές αυτές δεν αφορούν μόνο το πώς οι άνθρωποι περιγράφουν την εμπειρία τους, αλλά και το τι θεωρούν θεμιτό ή σημαντικό να φέρουν στη θεραπευτική συνομιλία, τι περιμένουν από τη θεραπευτική συνεργασία και ποιες δυνατότητες μπορούν να φανταστούν για τον εαυτό τους μέσα σε αυτήν.
Το πώς αυτή η οπτική μπορεί να γίνει μέρος της θεραπευτικής πρακτικής άρχισε να αποκτά για μένα μεγαλύτερη σαφήνεια σε συγκεκριμένες στιγμές εποπτείας. Μία από αυτές ξεκίνησε κάπως έτσι:
Μια θεραπεύτρια έφερε στην εποπτεία την ιστορία μιας γυναίκας που μιλούσε για τη λύπη, την ενοχή και την πίεση που ένιωθε μέσα στις σχέσεις της με τους άλλους. Η θεραπεύτρια είχε ήδη αρχίσει να εξωτερικεύει αυτές τις εμπειρίες και να διερευνά τις επιδράσεις τους στην καθημερινή της ζωή. Εκ πρώτης όψεως, η συν-έρευνα φαινόταν να κινείται με συνέπεια μέσα σε γνώριμα αφηγηματικά μονοπάτια· η δουλειά της εξωτερίκευσης είχε πάρει τον δρόμο της και τα ερωτήματα έμοιαζαν να ακολουθούν με συνέπεια τις απαντήσεις της γυναίκας.
Καθώς διαβάζαμε μαζί το transcript, παρατήρησα, ωστόσο, ότι η συζήτηση επέστρεφε επανειλημμένα στη λύπη, την ενοχή και την πίεση. Οι συγκεκριμένες φιγούρες έμοιαζαν να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο τον χώρο της ιστορίας, διεκδικώντας ένα είδος πρωταγωνιστικού ρόλου στην οργάνωση της συν-έρευνας. Παρατήρησα ότι η συζήτηση κινούνταν κυκλικά γύρω από ό,τι ήταν ήδη ορατό, «γνωστό και οικείο» τόσο για τη θεραπευόμενη όσο και για τη θεραπεύτρια.
Μοιράστηκα αυτή την εικόνα με τη θεραπεύτρια και αναρωτήθηκα πώς θα έμοιαζε στη θεραπευτική κουβέντα ένας χώρος που επιτρέπει στη Λύπη και την Ενοχή να «μιλήσουν» για όσα σημαντικά και πολύτιμα μπορεί να έχουν παραβιαστεί στη ζωή της θεραπευόμενης. Αναρωτήθηκα μήπως το πρόβλημα χρησιμοποιούσε τις φιγούρες της Λύπης και της Ενοχής για να παραμένει λιγότερο ορατό και μήπως αυτό ήταν ένα από τα σημαντικότερα τεχνάσματά του προβλήματος — να αξιοποιεί τη Λύπη και την Ενοχή ως μπροστάρισσες μιας ιστορίας, η πολυπλοκότητα της οποίας μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται.
Τι θα γινόταν αν, για λίγο, δεν θεωρούσαμε δεδομένο ότι η Λύπη και η Ενοχή ήταν το ίδιο το πρόβλημα — αυτό που ζητούσε από τη θεραπευόμενη να τους παραχωρήσει μια κεντρική θέση στη συν-έρευνα — αλλά τις προσεγγίζαμε ως πιθανές επιδράσεις μιας ιστορίας που δεν είχε ακόμη ξεδιπλώσει όλες τις διαστάσεις της; Στην εποπτική συνάντηση αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να ανοίξει στη θεραπευτική συνομιλία, αν η θεραπεύτρια και η θεραπευόμενη αντιστέκονταν, έστω για λίγο, στη φόρα με την οποία είχαν σχεδόν αυτονόητα κατευθυνθεί προς τον χάρτη εξωτερικεύσης της Λύπης και της Ενοχής και παρέμεναν λίγο ακόμη με αυτό που ήδη εκτυλισσόταν ανάμεσά τους.
Η επιβράδυνση μπορεί να είναι σημαντική ακριβώς σε τέτοιες στιγμές: πριν αποφασίσουμε πώς θα ονομάσουμε το πρόβλημα, να παραμείνουμε αρκετά κοντά στο ξεπακετάρισμα των πολλαπλών διαστάσεων της ιστορίας ώστε να μπορέσει να μας δείξει η ίδια προς τα πού θέλει να κινηθεί.
Ο χάρτης μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητικός για να περιηγηθούμε στην ιστορία του προβλήματος, χρειάζεται όμως πρώτα να έχουμε διαπραγματευτεί τι ακριβώς είναι αυτό για το οποίο μιλάμε. Μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί αρκετός χρόνος ακόμη και για να καταλήξουμε στην ίδια την ονομασία του προβλήματος.
Επιστρέψαμε, λοιπόν, στο transcript, με το βλέμμα μας στραμμένο σε πιθανά ανοίγματα για τη διερεύνηση των πλαισίων με τα οποία συνδεόταν ή στα οποία ανταποκρινόταν η εμπειρία της λύπης και της ενοχής.
Σε ένα στιγμιότυπο, για παράδειγμα, η γυναίκα μιλούσε για το πόσο συχνά ένιωθε ότι έπρεπε να είναι εκεί για τους άλλους, να διαχειρίζεται τις δυσκολίες χωρίς να επιβαρύνει κανέναν και να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, ακόμη και όταν η ίδια ένιωθε εξαντλημένη. Στη θεραπευτική συζήτηση, η προσοχή της θεραπεύτριας είχε στραφεί κυρίως στη λύπη, τη ντροπή και την ενοχή που συνόδευαν αυτή την εμπειρία.
Στην εποπτική μας συνάντηση, την προσκάλεσα να δοκιμάσουμε πώς θα ήταν να μετακινήσουμε λίγο το βλέμμα μας. Τι ερωτήσεις θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να διερευνήσουμε τις ιδέες και τις προσδοκίες που φαίνεται να τροφοδοτούν αυτή την πίεση και τη λύπη; Τι θα μπορούσε να ανοίξει αν τοποθετούσαμε την εμπειρία της μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενα της κουλτούρας, του φύλου, των σχέσεων δύναμης και των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες έχει μάθει να ζει και να σχετίζεται;
Καποια παραδείγματα ερωτήσεων που προέκυψαν στην εποπτική μας συνάντηση καθώς σταθήκαμε σε αντίστοιχα ανοίγματα στο transcript ήταν: «Υπάρχει κάτι στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώσαμε ως γυναίκες που μπορεί να εξηγεί γιατί αναμένεται από εσενα να είσαι ανεκτική απέναντι στη συμπεριφορά του συζύγου σου, ακόμη και όταν αυτή είναι επιβλαβής; Μπορεί αυτό να έπαιξε κάποιο ρόλο στο ότι παρέμεινες σιωπηλή για τόσα πολλά χρόνια; Τι έχεις μάθει ότι σημαίνει να είσαι «εντάξει» απέναντι στους άλλους; Πώς γνωρίζεις ότι είναι δική σου ευθύνη να κρατάς τις σχέσεις σε ισορροπία;» Και κάποιες αλλες ερωτήσεις: «Πού μπορεί να έμαθε ο σύζυγός σου αυτόν τον τρόπο να συμπεριφέρεται; Ποιες ιδέες σχετικά με τους διαφορετικούς ρόλους και την εξουσία μέσα σε έναν γάμο περιβάλλουν τον σύζυγό σου και μπορεί να άνοιξαν τον δρόμο για τέτοιες πρακτικές;»
Οι ερωτήσεις αυτές δεν ήταν ένα σύνολο που θα μεταφερόταν αυτούσιο στη θεραπευτική συζήτηση. Περισσότερο λειτουργούσαν ως μια πρόσκληση να διευρύνουμε, μέσα από την εποπτεία, το πεδίο της προσοχής της θεραπεύτριας και να εξετάσουμε τι άλλο θα μπορούσε να παρατηρήσει μέσα σε όσα ήδη έφερνε η γυναίκα. Άλλωστε, οι πιο χρήσιμες ερωτήσεις παράγονται οργανικά καθώς η θεραπευτική συζήτηση εξελίσσεται, λεπτό προς λεπτό, ακολουθώντας τις απαντήσεις του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας.
Η συζήτηση αυτή μας έφερε μπροστά σε μια νέα ένταση. Τι μπορεί να σημαίνει να χρησιμοποιούμε τον χάρτη της εξωτερικεύσης με τρόπο που να παραμένει σε επαφή με τις πολιτικές του καταβολές; Η εξωτερικεύση δεν αφορά μόνο την ονομασία του προβλήματος και τη διερεύνηση των επιδράσεών του. Αυτή θα ήταν μια μάλλον επιφανειακή κατανόηση της σημασίας του. Μπορεί να γίνει ένας τρόπος να ανοίξει η ιστορία του προβλήματος σε εκείνες τις ιδέες, προσδοκίες και σχέσεις δύναμης μέσα στις οποίες το(α) πρόβλημα(τα) έχει(ουν) αποκτήσει την επιρροή του(ς). Οι έμφυλες προσδοκίες, οι πολιτισμικές κανονικότητες και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για το πώς οφείλει κανείς να είναι και να σχετίζεται μπορούν τότε να γίνουν ορατές — και, μαζί με αυτό, διαθέσιμες για αποδόμηση.
Η θεραπεύτρια μοιράστηκε μαζί μου ότι αυτή η μετακίνηση αποτελούσε για εκείνη μια σημαντική περιοχή stretch ως προς τον τρόπο με τον οποίο κατανοούσε τη θέση και τον ρόλο της. Κι αυτό μας βοήθησε να δούμε την επιδραστικότητα από μια λίγο διαφορετική γωνία. Ίσως μέρος του να είμαστε επιδραστικοί/ες να βρίσκεται ακριβώς στην απόφασή μας να διευρύνουμε το πεδίο μέσα στο οποίο αναζητούμε πώς ένα πρόβλημα αποκτά τη δυνατότητα να οργανώνει την εμπειρία ενός ανθρώπου και να περιορίζει τις δυνατότητες που του γίνονται διαθέσιμες. Η αποδόμηση, με αυτή την έννοια, δεν βρίσκεται έξω από την εξωτερικευτική πρακτική. Αποτελεί μέρος του πολιτικού της εδάφους.
Και το ίδιο άρχισε να γίνεται ορατό όταν επιστρέψαμε στη δεύτερη κίνηση της αφηγηματικής πρακτικής — στο re-authoring. Σε ένα άλλο σημείο της ίδιας συζήτησης, η θεραπεύτρια είχε εντοπίσει μια διαφορετική ιστορία. Η γυναίκα μιλούσε για την επιθυμία της να ακούει περισσότερο τη δική της φωνή και να εμπιστεύεται τη γνώση της για τον εαυτό της. Υπήρχε εδώ ένα πλούσιο άνοιγμα για τη διερεύνηση των δεξιοτήτων, των αξιών και των προθέσεων που συνδέονταν με αυτή την επιθυμία.
Στην εποπτεία, όμως, με ενδιέφερε να ακολουθήσουμε αυτή την ιστορία λίγο πιο πέρα. Τι ήταν αυτό που έκανε τόσο σημαντικό, για τη συγκεκριμένη γυναίκα και στη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής της, το να εμπιστεύεται τη δική της κρίση; Σε τι είδους κόσμο χρειάζεται κανείς να μάθει να εμπιστεύεται τη φωνή του; Είναι το ίδιο εύκολο για εκείνη και τις γυναίκες που γνωρίζει στην ζωή της όσο για τους άντρες; Με ποιες προσδοκίες και σχέσεις εξουσίας βρίσκεται αυτή η προτιμώμενη θέση σε διάλογο; Τι είναι αυτό που δεν είναι πλέον διατεθειμένη να θεωρεί αυτονόητο; Και, αν το να ακούει περισσότερο τον εαυτό της αποτελεί μια διαφορετική θέση, απέναντι σε τι ακριβώς παίρνει αυτή τη θέση;
Εδώ άρχισε να γίνεται πιο καθαρό και κάτι ακόμη. Όταν συνδέουμε το re-authoring με την αποδόμηση, οι περιγραφές μπορούν να γίνουν πολύ πιο πλούσιες. Η εμπιστοσύνη στη δική της κρίση δεν είναι απλώς μια «θετική» δεξιότητα ή μια προτιμώμενη εκδοχή του εαυτού. Μια τέτοια προσέγγιση θα μας οδηγούσε σε μια μάλλον «θετικιστική» και apolitic κατανόηση της ζωής και της ταυτότητας. Αξίζει να διερευνηθεί σε σχέση με εκείνο απέναντι στο οποίο παίρνει θέση. Μπορεί να γίνει η αφετηρία για να αναζητήσουμε τι είχε προηγουμένως καταστήσει δύσκολο το να εμπιστευτεί τον εαυτό της, ποιες φωνές είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη αυθεντία, ποιες μορφές γνώσης είχαν υποτιμηθεί και τι ήταν αυτό που η δική της κρίση προσπαθούσε τώρα να προστατεύσει.
Μια εναλλακτική ιστορία είναι τόσο επιδραστική όσο η σχέση της με την κυρίαρχη ιστορία απέναντι στην οποία αναπτύσσεται. Όταν αυτή η σχέση χάνεται από το βλέμμα μας, το re-authoring κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια απλή περιγραφή δεξιοτήτων και προτιμώμενων χαρακτηριστικών, αναπαράγοντας ατομικιστικές κατανοήσεις της ταυτότητας στα πλαίσια μιας νεοφιλελεύθερης και διαχειριστικής κουλτούρας αποτελεσματικότητας. Όταν, αντίθετα, παραμένουμε συνδεδεμένοι με τα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια μέσα στα οποία αυτές οι δεξιότητες και οι αξίες έχουν αναπτυχθεί, μπορούμε να διερευνήσουμε όχι μόνο τι προσπαθεί να κάνει διαφορετικά η γυναίκα, αλλά και τη σχεσιακή και κοινωνική ιστορία των αξιών που στηρίζουν τις θέσεις από τις οποίες επιλέγει πλέον να δρα.
Και αυτή η κίνηση μπορεί να μας οδηγήσει ξανά πίσω στην αρχική ονομασία του προβλήματος. Αν η λύπη, η ενοχή ή η πίεση που εμφανίζονται στην αρχή της συνομιλίας είναι, τουλάχιστον εν μέρει, αποτέλεσμα μιας ευρύτερης ιστορίας για το πώς οφείλει κανείς να είναι, να σχετίζεται και να αναλαμβάνει ευθύνη μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις δύναμης, έμφυλες προσδοκίες και κυρίαρχους λόγους, τότε ίσως ανοίγει ένας διαφορετικός τρόπος να αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι το πρόβλημα. Πώς θα μπορούσε να ονομαστεί εκ νέου υπό το φως αυτών των κυρίαρχων λόγων πλέον;
Αυτή η μετακίνηση του βλέμματος —από το τι ονομάζουμε ως πρόβλημα στο πώς αυτό έχει αποκτήσει τη συγκεκριμένη του μορφή μέσα σε λόγους και σχέσεις δύναμης, και από το ποιες δεξιότητες διαθέτει ένα άτομο στο τι αυτές οι δεξιότητες προσπαθούν να υπερασπιστούν και ποιες αξίες υπηρετούν— άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο συζητήσαμε στην εποπτεία τη σχέση ανάμεσα στην εξωτερικεύση και την αποδόμηση. Δεν πρόκειται για δύο διαδοχικές κινήσεις, όπου η μία ολοκληρώνεται και η άλλη έρχεται να προστεθεί. Η αποδόμηση αποτελεί μέρος της ίδιας της εξωτερικευτικής πρακτικής—γίνεται αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής βάσης της εξωτερίκευσης.
Και ίσως έτσι η ενοχή να μπορεί να απο-ιδιωτικοποιηθεί, συνδεόμενη με ευρύτερες κοινωνικές εμπειρίες και, ενδεχομένως, με τις ιστορίες άλλων γυναικών που έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με παρόμοιες προσδοκίες και πιέσεις.
Δουλεύοντας έτσι πάνω στο transcript αρχισε να διαφαίνεται η πολιτική διασταση της επιρροής μας. Μια επιρροή του/της θεραπευτή/τριας που δεν βρίσκεται μόνο στις ερωτήσεις που κάνει ή στις διαδρομές που ανοίγει μέσα στην αφήγηση. Βρίσκεται και στο πού επιλέγει να στρέψει την προσοχή: αν θα μείνουμε στην ατομική εμπειρία/περιγραφή ή θα διερευνήσουμε τους κυρίαρχους λόγους μέσα στους οποίους αυτή αποκτά νόημα· αν θα αντιμετωπίσουμε μια εναλλακτική ιστορία ως μια απλώς «θετική» εκδοχή του εαυτού ή θα αναζητήσουμε σε ποια κυρίαρχη ιστορία απαντά.
Και μαζί με αυτά, το accountability
Υπάρχει κάτι που επιστρέφει συχνά στη σκέψη μου όταν αναλογίζομαι τι σημαίνει να ασκούμε μια αποκεντρωμένη πρακτική. Είναι μια μάλλον άβολη σκέψη — ότι, σε μεγάλο βαθμό, ως θεραπευτές/τριες μαθαίνουμε τη δουλειά μας πάνω στις πλάτες των ανθρώπων που προσέρχονται στη θεραπεία. Μαθαίνουμε μέσα από τις συναντήσεις μας μαζί τους, μέσα από όσα δεν είδαμε εγκαίρως, μέσα από ερωτήσεις που δεν κάναμε, μέσα από κινήσεις που δεν είχαν την επίδραση που φανταζόμασταν. Και αυτό σημαίνει ότι, όταν δεν αναστοχαζόμαστε επαρκώς την πρακτική μας ή όταν δεν καταφέρνουμε να ανταποκριθούμε στις ηθικές μας δεσμεύσεις, δεν είμαστε εμείς απαραίτητα εκείνοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα. Πολύ συχνά, αυτό το κόστος το επωμίζονται οι ίδιοι οι άνθρωποι που μας εμπιστεύτηκαν.
Ακριβώς εδώ, για μένα, η λογοδοσία παύει να είναι μια αφηρημένη επαγγελματική αξία και γίνεται αναγκαία συνθήκη της πρακτικής μας. Αν οι άνθρωποι με τους οποίους εργαζόμαστε συμμετέχουν, θέλοντας και μη, στη δική μας μάθηση και απομάθηση, τότε χρειάζεται να αναρωτιόμαστε διαρκώς απέναντι σε ποιον και σε τι παραμένουμε υπόλογοι, αλλά και πώς μπορούμε να δημιουργούμε μέσα στη θεραπευτική σχέση συνθήκες που επιτρέπουν αυτή τη λογοδοσία να γίνεται πράξη.
Το ερώτημα αυτό με επιστρέφει στη δική μας θέση μέσα στη συν-έρευνα. Κι εμείς ερχόμαστε στη συνομιλία από κάπου. Από μια κοινωνική και επαγγελματική θέση, από τις εμπειρίες που έχουν διαμορφώσει τις πεποιθήσεις και τις αξίες μας, από τις υποθέσεις μας και από τους τρόπους με τους οποίους έχουμε μάθει να κατανοούμε τον κόσμο. Οι επιρροές αυτές δεν μένουν έξω από τη θεραπευτική συνάντηση. Συμμετέχουν, συχνά αθόρυβα, σε όσα προσέχουμε και προσπερνάμε, στις ερωτήσεις που μας έρχονται πρώτες, ακόμη και στις δυνατότητες που μπορούμε να φανταστούμε για τη συνέχεια μιας συνομιλίας.
Η αποκεντρωμένη θέση δεν μας προσφέρει ένα σημείο έξω από αυτές τις επιρροές. Μπορεί, όμως, να μας προσφέρει έναν τρόπο να τις φέρνουμε στο προσκήνιο και να τις καθιστούμε διαθέσιμες για διερεύνηση και από την πλευρά του ανθρώπου που έχουμε απέναντί μας. Ακόμη και παραδοχές που για εμάς μοιάζουν αυτονόητες μπορούν να γίνουν αντικείμενο συζήτησης, ιδιαίτερα όταν η παρουσία τους στη συνομιλία γίνεται περισσότερο ορατή μέσα από τις συνέπειες που έχουν για εκείνον.
Η εποπτεία μπορεί να γίνει ένας τέτοιος χώρος accountability: επιστρέφοντας στο in-the-moment meaning-making, έχουμε την ευκαιρία να επιβραδύνουμε τη συνομιλία και να κοιτάξουμε πιο προσεκτικά από ποια θέση ακούμε, τι προσλαμβάνουμε ως σημαντικό και πώς ανταποκρινόμαστε στις ιστορίες καθώς αναδύονται. Το transcript μας επιτρέπει έτσι να δούμε πιο καθαρά πώς η δική μας θέση μπορεί να έχει αρχίσει να συμμετέχει στη φορά που παίρνει η θεραπευτική συνομιλία.
Μια τέτοια επιστροφή έφερε στην εποπτεία μια θεραπεύτρια, μαζί με ένα απόσπασμα από τη συνομιλία της με μια γυναίκα που μιλούσε για περιστατικά κατά τα οποία είχε χτυπήσει τον μικρό της γιο, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να τον νουθετήσει. Η ιστορία δεν αφορούσε συστηματική κακοποίηση. Σε προηγούμενες συζητήσεις αποδόμησης, η γυναίκα είχε ήδη μιλήσει για τη δική της κατανόηση της νουθεσίας και της γονεϊκής πειθαρχίας· για έναν τρόπο ανατροφής βαθιά ριζωμένο στη μικρή κοινωνία όπου είχε μεγαλώσει και σε πρακτικές που φαίνεται να είχαν διασχίσει τις γενιές, μετακινούμενες και μετασχηματιζόμενες από τη μία στην άλλη.
Καθώς επιστρέφαμε στο transcript, στάθηκα σε μια ερώτηση που η θεραπεύτρια απηύθυνε στη θεραπευόμενη, χρησιμοποιώντας τον όρο «ανάρμοστη» για να χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη πρακτική τιμωρίας, παρότι η ίδια η γυναίκα δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη.
Δεδομένου ότι συχνά περιγράφουμε την αποκεντρωμένη θεραπευτική στάση ως μια προσπάθεια να παραμένουμε κοντά στα ακριβή λόγια των ανθρώπων και να αποφεύγουμε κάθε είδους επιβολή, η απόκλιση αυτή μου κίνησε την περιέργεια. Ρώτησα την θεραπεύτρια τί μπορεί να την είχε οδηγήσει να εντάξει την συγκεκριμένη λέξη στη κουβέντα. Είχε προκύψει από κάτι που είχε προηγουμένως πει η γυναίκα, είχε προηγηθεί κάποια άλλη στιγμή που δεν αποτυπωνόταν στο συγκεκριμένο απόσπασμα ή υπήρχε κάτι άλλο που επηρέασε την επιλογή της θεραπεύτριας να εντάξει εναν δικό της χαρακτηρισμό;
Δεν ήταν, για μένα, μια απλή γλωσσική λεπτομέρεια. Προσκάλεσα την θεραπεύτρια σε μια δερεύνηση σχετικά με τις επιπτώσεις που έχει στην εξέλιξη της θεραπευτικής κουβέντας η επιβολή γλώσσας…και πώς αυτό συνεπάγεται ταυτόχρονα επιβολή νοήματος και άρα, μαζί με αυτό, επιβολή δύναμης; Τί συμβαίνει όταν μια λέξη που φέρνουμε εμείς στη συνομιλία αρχίζει να προσδίδει νόημα στην εμπειρία πριν αυτό το νόημα έχει εμφανιστεί στη γλώσσα του ανθρώπου; Πώς μπορεί να μετακινηθεί η δύναμη στην σχέση, όταν η δική μας κατανόηση αποκτά, έστω στιγμιαία, μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που επιχειρεί να διαμορφώσει ο άλλος;
Στην εποπτεία επιστρέψαμε στη δική της έντονη δυσφορία καθώς άκουγε τη γυναίκα να μιλά για τη σωματική τιμωρία του γιου της. Πρότεινα να μην προσπεράσουμε γρήγορα αυτό που η ίδια η θεραπεύτρια περιέγραψε ως εμπειρία «σοκ» για εκείνη, αλλά να σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτήν: τι ακριβώς ήταν αυτό που την προκάλεσε και σε ποιο σημείο της θεραπευτικής συνομιλίας έγινε αισθητό — αν συνδεόταν με την ίδια την πρακτική, με τον τρόπο που η γυναίκα μιλούσε για τη νουθεσία ή με κάτι που είχε αγγίξει από τη δική της εμπειρία. Τι ακριβώς ήταν αυτό που είχε παρατηρήσει το σοκ και την είχε συγκλονίσει; Τί ακριβώς είχε σοκάρει το σοκ; Κάπως έτσι ξεπακετάραμε παρέα, τί μπορούσε να μας πει το σοκ για τη θέση από την οποία η θεραπεύτρια εισέπρατε τη συγκεκριμένη ιστορία της νουθεσίας.
Καθώς ακολουθούσαμε αυτό το νήμα, άρχισαν να γίνονται ορατές πλευρές της εμπειρίας της που δεν είχαν φανεί εξαρχής στο transcript. Μιλώντας για όσα ένιωθε ότι διακυβεύονταν στη συγκεκριμένη πρακτική, αναφέρθηκε στις επιπτώσεις της σωματικής τιμωρίας στα παιδιά και ιδιαίτερα στην αξία που είχε για εκείνη η προστασία και η ασφάλειά τους. Τη ρώτησα για την ιστορία αυτής της αξίας στη ζωή της — πώς είχε διαμορφωθεί, ποιες εμπειρίες την είχαν καταστήσει τόσο πολύτιμη και τι ήταν αυτό που, μέσα στη συγκεκριμένη ιστορία, είχε καλέσει αυτή την αξία να πάρει τόσο έντονα τη θέση της. Τότε μοιράστηκε μαζί μου μια βαθιά προσωπική σύνδεση: αναγνώριζε στη συγκεκριμένη ιστορία κάτι από τη δική της παιδική εμπειρία βίας στη σχέση με τη μητέρα της.
Καθώς ξεπακετάραμε στην εποπτική μας συζήτηση την εμπειρία του «σοκ», άρχισε να περιγράφει ένα τοπίο διαφορετικών επιρροών που συναντήθηκαν στη συγκεκριμένη θεραπευτική στιγμή: η προσωπική της ιστορία με τη βία, η θέση της ως μητέρας, η επαγγελματική της εκπαίδευση και οι αξίες που είχε αναπτύξει γύρω από την προστασία των παιδιών. Αναρωτήθηκα μαζί της πώς αυτές οι επιρροές μπορεί να είχαν αρχίσει να κατευθύνουν την προσοχή της μέσα στο συγκεκριμένο απόσπασμα — τι την καλούσαν να προσέξει, ποιες ερωτήσεις έκαναν πιο διαθέσιμες και ποιες κατευθύνσεις της συνομιλίας έμοιαζαν περισσότερο σημαντικές. Κοιτάξαμε, ανάμεσα σε άλλα, ποιες από τις εκ των έσω γνώσεις της για τις επιπτώσεις της βίας στα παιδιά μπορεί να είχαν ήδη αποκτήσει θέση δίπλα της όταν χρησιμοποίησε τον όρο «ανάρμοστη συμπεριφορά» και ποιες προσδοκίες μπορεί να συνόδευαν την ερώτησή της για το τι θα ήταν χρήσιμο στη σχέση της γυναίκας με τον γιο της.
Την προσκάλεσα να παρατηρήσει που τοποθετήθηκε η δύναμη στη μεταξύ τους σχέση στο συγκεκριμένο απόσπασμα; Είχε αλλάξει κάτι στην απόσταση που παρατηρούσε να υπάρχει ανάμεσά τους; Μπορεί να είχε επηρεάσει, έστω ανεπαίσθητα, τον τρόπο με τον οποίο βίωνε η καθεμία τη μεταξύ τους ασυμμετρία;
Κάπου εκεί άρχισε για μένα να αποκτά μεγαλύτερη σαφήνεια η σχέση ανάμεσα στη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Το ζητούμενο δεν ήταν να αποσυνδεθεί η θεραπεύτρια από τις αξίες που έφερνε στη θεραπευτική συζήτηση· μια τέτοια κίνηση θα προϋπέθετε μια υποτιθέμενη μορφή ουδετερότητας που η αποκεντρωμένη θέση, τουλάχιστον όπως την κατανοώ, δεν υπόσχεται. To ενδιαφέρον της συν-έρευνάς μας μετακινήθηκε προς τις πρακτικές εκείνες που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την δυνατότητα να παραμείνει υπόλογη απέναντι στη δέσμευσή της για την ασφάλεια των παιδιών, χωρίς η ίδια αυτή δέσμευση να λειτουργεί ως αθέατο ηθικολογικό υπόβαθρο της συνομιλίας.
Συζητήσαμε πώς θα ήταν, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες της συνομιλίας, να τοποθετεί τις ερωτήσεις της στη δική της βιωμένη εμπειρία και στις υποθέσεις που έφερνε στο θεραπευτικό δωμάτιο, αντί να τις αφήνει να εμφανίζονται ως εκφορά μιας απρόσωπης επαγγελματικής γνώσης. Ποια θέση μέσα στην δική της ιστορία την έφερνε σε αυτές τις συγκεκριμένες ερωτήσεις; Τι ήταν αυτό που έκανε τη συγκεκριμένη γλώσσα διαθέσιμη εκείνη τη στιγμή και όχι κάποια άλλη; Ποιες κατανοήσεις ή πεποιθήσεις είχε αναπτύξει για τη σωματική τιμωρία; Πώς συμμετείχαν σε αυτή την ερώτηση όσα είχε ζήσει η ίδια ως παιδί και η δική της εμπειρία ως μητέρα;
Μια τέτοια πρακτική διαφάνειας μπορεί να λειτουργήσει ως εισαγωγή στην ερώτηση που ακολουθεί, πριν ακόμη αυτή διατυπωθεί, αφήνοντας στη θεραπευόμενη περισσότερο χώρο να αποφασίσει πώς θα σχετιστεί μαζί της: να αναγνωρίσει αν κάτι αγγίζει τη δική της εμπειρία, να διαπιστώσει αν συνδέεται ή όχι με τη δική της κατανόηση, να πάρει θέση απέναντι στην πρόταση της θεραπεύτριας και, ενδεχομένως, να οδηγήσει τη συζήτηση σε μια κατεύθυνση που εκείνη δεν είχε προβλέψει. Η διαφάνεια δημιουργεί έτσι έναν χώρο όπου η επιρροή της ερώτησης παραμένει ανοιχτή στην ανταπόκριση της θεραπευόμενης και, με αυτή την έννοια, καθιστά τη θεραπεύτρια περισσότερο υπόλογη για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται αυτή η επιρροή.
Η εποπτική συν-έρευνα μας έφερε, στην συνέχεια, στη διάκριση ανάμεσα σε ένα ηθικό και ένα ηθικολογικό πλαίσιο ερωτήσεων (morals # ethics). Ρώτησα την θεραπεύτρια πώς κατανοούσε τη διαφορά ανάμεσα στα ερωτήματα που αναδύονται από ένα moralistic framework και εκείνα που διαμορφώνονται μέσα από ένα ethical framework. Συζητήσαμε ότι μέσα σε ένα ηθικό πλαίσιο, η δέσμευση απέναντι στην προστασία των παιδιών μπορεί να παραμένει ενεργή και να κατευθύνει την περιέργεια της θεραπεύτριας, χωρίς να προκαθορίζει τι σημαίνει η πρακτική νουθεσίας για τη γυναίκα (και το παιδί της) ή ποια απάντηση είναι η «σωστή». Οι ερωτήσεις μπορούν να ανοίγουν χώρο για να διερευνηθούν οι επιπτώσεις της σωματικής τιμωρίας, οι ιδέες που τη στηρίζουν και οι σχέσεις μέσα στις οποίες έχει αποκτήσει υπόσταση.
Ένα ηθικολογικό πλαίσιο κινδυνεύει να λειτουργήσει διαφορετικά. Η αξιακή θέση της θεραπεύτριας μπορεί να εμφανιστεί τόσο αδιαπραγμάτευτη, ώστε η ερώτηση να φέρει ήδη μέσα της την κρίση για αυτό που διερευνά. Η θεραπευόμενη μπορεί τότε να βρεθεί κυρίως στη θέση να εξηγεί, να υπερασπίζεται ή να δικαιολογεί την επιλογή της, με περιορισμένο χώρο για να την παρατηρήσει από μια σχετική απόσταση και να διερευνήσει τις ιδέες, τις σχέσεις και τις επιρροές μέσα στις οποίες αυτή απέκτησε το νόημά της.
Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο anything goes, ίσως αυτό που καλούμαστε να εξετάσουμε να μην είναι μόνο τι απομένει όταν παραιτούμαστε από τις βεβαιότητες, αλλά πώς καλλιεργούμε την ικανότητα να κατοικούμε τις θέσεις μας χωρίς να τις μετατρέπουμε σε αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Τί είδους πρακτική μας επιτρέπει να ασκούμε επιρροή χωρίς να ενεργούμε «πάνω» στον άλλον και τί γίνεται όταν αναγνωρίζουμε ότι ακόμη και η επιλογή να περιορίσουμε ή να αναδιαμορφώσουμε τον τρόπο με τον οποίο ασκούμε την εξουσία μας αποτελεί ήδη μια ηθική και πολιτική πράξη;
Αν το decentred and influential έχει αποτελέσει μια κεντρική κατευθυντήρια ηθική της αφηγηματικής πρακτικής, ίσως η μετατόπισή του προς μια πολιτικά επιδραστική, αποκεντρωμένη και υπόλογη στάση μας καλεί να πλοηγηθούμε στην περιπλοκότητα μιας πρακτικής που δεν χρειάζεται να γνωρίζει εκ των προτέρων πού πρέπει να πάει, για να αναλάβει την ευθύνη για το πού πηγαίνει.
—-*Τα παραδείγματα και τα αποσπάσματα θεραπευτικής και εποπτικής πρακτικής που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο χρησιμοποιούνται με τη συναίνεση όλων των εμπλεκόμενων προσώπων. Για την προστασία της ιδιωτικότητας, έχουν τροποποιηθεί ή παραλειφθεί στοιχεία που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την αναγνώρισή τους.
Διαβάστε περισσότερα σχετικά με το θέμα εδώ:
Η ριζοσπαστική πρακτική του “staying with”
Αποκεντρωμένη και επιδραστική: θέση ή (μετα)κίνηση(εις);
