Η Πατριαρχία στην σεξουαλική παρενόχληση και την εργασιακή βία

Η

Με αφορμή τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών, παρατηρώ πώς δημοφιλείς ιδέες γύρω από το τραύμα κερδίζουν έδαφος στο τρόπο που συζητώνται τα περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης και εργασιακής βίας που βγαίνουν στο φως και πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτομαι από την θέση της Αφηγηματικής προσέγγισης εναλλακτικούς τρόπους κατανόησης.

Ο χαρακτηρισμός «θύμα»

Ως αφηγηματική θεραπεύτρια αποφεύγω συνειδητά να βλέπω τις επιζήσασες μιας τραυματικής εμπειρίας ως «θύματα» καθώς βρίσκω ότι αυτός ο χαρακτηρισμός παθολογικοποιεί τις γυναίκες αυτές και τις συρρικνώνει σε μια μονοδιάστατη ιστορία για την ταυτότητα τους. Κανείς δεν είναι παθητικός δέκτης της αδικίας/κακουχίας. Οι άνθρωποι πάντοτε κάνουν προσπάθειες να απαντήσουν και τις περισσότερες φορές αυτές περνάνε απαρατήρητες. Ακόμα και αν δεν είναι σε θέση να σταματήσουν την κακοποίηση την στιγμή που γίνεται, έστω και σιωπηλά μπορεί να εξέφραζαν την αντίθεσή τους με την στάση του σώματός τους, την απάθειά τους, το ύφος τους. Προσπαθούν να ελαττώσουν τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του τραύματος, ή να προστατεύουν άλλους/ες/α από το ίδιο κακό. Δυστυχώς η αντίσταση που εκφράζεται μεταγενέστερα με σωματικές αντιδράσεις (εμετός, flashbacks, διαταραχή ύπνου κτλ) συχνά περνιέται για κάποιο σύμπτωμα ψυχιατρικής διάγνωσης.

Το πρόβλημα είναι ο εκάστοτε «θύτης»

Η κατάχρηση εξουσίας, η βία κάθε μορφής, η σκληρότητα, η νορμαλοποίηση της αποσιώπησης είναι το πρόβλημα, όχι ο εκάστοτε δράστης. Σαφώς όταν συζητώ με τους δράστες στα πλαίσια της αφηγηματικής θεραπείας μιλάμε για τις στάσεις και τις πεποιθήσεις που χρησιμοποιούν για την «δικαιολόγηση» της κακοποίησης, τις πρακτικές ελέγχου και δύναμης που επιστρατεύονται για να γίνει αυτό δυνατό και το θεσμικό πλαίσιο που διευκολύνει τέτοιες συμπεριφορές. Όμως κανένας δράστης δεν επινόησε από μόνος του την κουλτούρα που συνδέεται με αυτές τις κακοποιητικές πρακτικές. Το πρόβλημα είναι δομικό, λέγεται Πατριαρχία με όλες τις διασταυρώσεις της με τις διαστάσεις τάξης, φυλής και άλλων προνομίων (η Πατριαρχία παρασύρει και γυναίκες/θηλυκότητες καθώς εσωτερικεύουμε έμφυλα στερεότυπα και ρόλους κτλ). Την Πατριαρχία που θέλει τους άντρες «παλαιάς κοπής» να γκριζάρουν τα σημεία της μη συναίνεσης. Την Πατριαρχία που θέλει τον άντρα να βλέπει την γυναίκα ως αντικείμενο μέτρησης του πόσο περνάει η μπογιά του, ως ιδιοκτησία ή κατόρθωμα. Την Πατριαρχία που ορίζει ότι η αξία του έγκειται στην κοινωνική του ισχύ και ωθεί τους συναδέλφους να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, την ίδια ώρα που θα τους κηρύξει αποτυχημένους όταν βρεθούν αντιμέτωποι με συστημικές αδικίες όπως η ανεργία. Εξετάζουμε πώς οι δράστες έφτασαν να στρατολογηθούν σε αυτές τις αρρενωποτητες και πώς αυτές διαμορφώνουν τις σχέσεις μεταξύ τους, με τις γυναίκες, με τα παιδιά, με την εξουσία.

Οι δράστες είναι άρρωστοι άνθρωποι ή μιάσματα

Ας είμαστε ξεκάθαροι, το πρόβλημα δεν είναι ο εκάστοτε Κιμούλης, Φιλιππίδης ή «κακό» αφεντικό που έκανε κατάχρηση των προνομίων και της κυριαρχικής του θέσης. Είμαστε όλοι ανεξαιρέτως μέρος της ίδιας κουλτούρας που επιτρέπει να διαιωνίζεται η εμπειρία των αντρών με την Πατριαρχία και να θεμελιώνεται η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όταν μιλάμε για τους δράστες σαν κάτι «άλλο», όταν δηλαδή κάνουμε «othering», για μένα υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί από το οπτικό μας πεδίο αυτή η σύνδεση μεταξύ της βίας των αντρών και της κουλτούρας που τις γεννά ή τις υποθάλπει. Αναρωτιέμαι ειδικά για τους άντρες κατά πόσο το να βλέπουν τους δράστες ως ξεχωριστούς από εκείνους μπορεί να συμβάλλει στην επισκίαση των τρόπων που και οι ίδιοι συμμετέχουν στην αναπαραγωγή αυτών των κυρίαρχων τρόπων σκέψης και ύπαρξης. Σε τί βαθμό μπορεί η οπτική του othering να «αποπροσανατολίσει» τους άντρες από το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί για ανάληψη δράσης ώστε να συμβάλλουν καθημερινά μέσα από τις διαπροσωπικές τους σχέσεις με φίλους, συντρόφους κτλ. στην αποδόμηση των προνομίων του φύλου τους, στην αποσταθεροποίηση των ιεραρχιών σε χώρους εργασίας που προωθούν την ανισότητα και αναξιοκρατία ή ακόμα να αρνούνται ανοιχτά να συμμετέχουν στο σεξιστικό αστειάκι για τις γυναίκες που λένε οι φίλοι τους.

Ο δράστης οφείλει να ζητήσει συγγνώμη

Μιλώντας για τις συγγνώμες των δραστών, κατά την γνώμη μου δεν είναι αρκετό απλά να αναλάβουν την ευθύνη της κακοποίησης. Δεν είναι αρκετό να έρθουν σε επαφή με την τραυματική εμπειρία των γυναικών που έβλαψαν. Δεν είναι αρκετό να προσδιορίσουν μέσα από την μαρτυρία των γυναικών τις βραχυπρόθεσμες και μακροχρόνιες συνέπειες του τραύματος που υπέστησαν. Δεν είναι αρκετό να συντάξουν και να εκφέρουν μια κατάλληλη απολογία. Δεν είναι αρκετό να δεσμευτούν σε πρακτικές επανόρθωσης προς οτιδήποτε αν σώνεται. Και δεν είναι καν αρκετό να τα κάνουν όλα αυτά και να αντικρίσουν τους πατριαρχικούς τρόπους σκέψης και ύπαρξης που ενημερώνουν την κακοποίηση (στα πλαίσια της θεραπείας όλα αυτά είναι πράγματι ζητούμενα και οι δράστες υποστηρίζονται καθ’όλη την διάρκεια σε αυτά τους τα βήματα).

Βρίσκω όμως σημαντικό οι άντρες να πάρουν τα ηνία και να δημιουργήσουν πλαίσια/φόρουμ/χώρους συνάντησης που θα τους επιτρέψουν να αποδεσμευτούν από αυτές τις κυρίαρχες στάσεις και νοοτροπίες που θρέφουν, δικαιολογούν και κάνουν δυνατή την κακοποίηση. Να μιλήσουν με την δική τους φωνή για τα προνόμια του φύλου τους και να κρατήσουν ο ένας τον άλλο υπόλογο απέναντι στις κακοποιητικές επιδράσεις της πατριαρχίας τόσο για τις γυναίκες/λοατκι άτομα/παιδιά όσο και για τους ίδιους. Μιλώ για συζητήσεις στις οποίες θα έχουν το χώρο να εξερευνήσουν μαζί, άλλους τρόπους να υπάρχουν, να συνάπτουν σχέσεις και να σκέφτονται ως άντρες, υπό το πρίσμα της ανατροφοδότησης που λαμβάνουν από τις συντρόφους, τα παιδιά τους κτλ.

Κάποιες γυναίκες είναι πιο δυνατές από άλλες και αντιδρούν

Νομίζω ότι οι γυναίκες (και άντρες) που επιλέγουν τις τελευταίες μέρες την δημόσια και ονομαστική καταγγελία, από το να «κάτσουν φρόνιμα» έριξαν φως σε ένα πέπλο σιωπής που φαίνεται ικανό να οδηγήσει ακόμα και σε μια μορφή κοινωνικής/κοινοτικής απάθειας- όπως όταν βλέπω την κακοποίηση ή εκμετάλλευση να λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μου και στρέφω το βλέμμα μου αλλού…αυτή είναι η στιγμή που γίνομαι ο ίδιος μέρος της καταπίεσης και του προβλήματος. Ίσως αυτή είναι μια σημαντική συνεισφορά του κινήματος «me too» που αποδομεί τα θεμέλια κατεστημένων εξουσιών και νοοτροπιών.

Την ίδια στιγμή θέλω να αναγνωρίσω όλες αυτές τις γυναίκες που επιλέγουν πιο εσωστρεφείς αντιστάσεις και δεν υποκύπτουν σε κοινωνικές πιέσεις να εκτεθούν γιατί έχουν πολύ καλούς λόγους αυτο-προστασίας να αποφύγουν την ευθεία αντιπαράθεση ή καταγγελία. Αναγνωρίζω ότι ενδέχεται να είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικό να μιλάμε για την δύναμη των γυναικών που αντιδρούν, αλλά παράλληλα έχω μάθει να είμαι κάπως προσεκτική με την αντίληψη ότι η αντίδραση ενός ανθρώπου στην κακοποίηση «δείχνει» τον χαρακτήρα του γιατί έτσι το κουράγιο αντιμετωπίζεται σαν ένα περιουσιακό στοιχείο που ή το έχεις ή δεν το έχεις στην κατοχή σου. Άραγε, αν οι δυνάμεις είναι ένα μετρήσιμο εσωτερικό περιουσιακό στοιχείο του χαρακτήρα μας, τότε θα πρέπει να χαρακτηριζόμαστε ελλιπείς ως άνθρωποι όταν κατακλυζόμαστε από ένα αίσθημα ανημπόριας, απόγνωσης, αδυναμίας;

Κάτι που ξέρουμε καλά από την δουλειά με το τραύμα είναι ότι κομβικό σημείο αποτελεί η δημιουργία μιας νησίδα ασφαλείας πάνω στην οποία θα μπορέσουν να σταθούν οι γυναίκες και από αυτό το πλαίσιο ασφάλειας να μιλήσουν για το τραύμα χωρίς να διατρέχουν το κίνδυνο του επανα-τραυματισμού. Προτιμώ λοιπόν να εξερευνώ με τις γυναίκες τις γνώσεις και τις ικανότητες που χρησιμοποιούν, παρά στις εσωτερικές τους δυνάμεις. Διαπιστώνω με ενδιαφέρον ότι συχνά χρησιμοποιούν τον ρεαλισμό, αναπτύσσουν την ικανότητα να αξιολογούν ως πραγματίστριες πότε και κάτω από ποιες συνθήκες είναι ασφαλές (αν είναι) να εκτεθούν και πότε να επιλέξουν πιο εσωστρεφείς προσεγγίσεις.

Και κάπως έτσι το ερώτημα της ευθύνης παύει να είναι ιδιωτικό. Μας αφορά όλους και φυσικά την πολιτεία, το δικαστικό σύστημα και τους θεσμούς- τί κάνουμε πραγματικά, καθημερινά, μέσα στην ρουτίνα της ημέρας μας, σε διαπροσωπικό και συλλογικό επίπεδο που αμφισβητεί, αντικρούει, αντιτίθεται έστω και λίγο σε κάποια από τα πλοκάμια της πατριαρχίας, ώστε να συμβάλλουμε σε ενα διευρυμένο πλαίσιο ασφάλειας για όλες/ους/α να σταθούν όπου θέλουν να σταθούν στα διαφορετικά σημεία του θεραπευτικού τους ταξιδιού;

Σύντομη περιγραφή

Κασσανδρα Πήτερσεν

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Ψυχολόγος, Διδάσκουσα στο διεθνές Masters Αφηγηματικής Θεραπείας και Κοινοτικής Πρακτικής του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης (Masters of Narrative Therapy and Community Work, University of Melbourne), MSc Αφηγηματική Ψυχοθεραπεύτρια. Επίτιμος Κλινικός Συνεργάτης της Σχολής Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης

Παρέχει υπηρεσίες ψυχοθεραπείας σε ενήλικες, οικογένειες και ομάδες, εποπτεία & εκπαίδευση σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας & κοινοτικής πρακτικής.

Διενεργεί σεμινάρια & διαλέξεις σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων του τομέα ψυχικής υγείας.

Μπορείτε να την βρείτε και στο: